Να πληρώνονται οι αγρότες, όχι οι εκτάσεις
Η νέα φιλοσοφία των ευρωπαϊκών ενισχύσεων μπορεί να βάλει τέλος στις στρεβλώσεις, να στηρίξει τον πραγματικό παραγωγό και να ανοίξει τον δρόμο για μια βιώσιμη αναγέννηση της ελληνικής υπαίθρου.
Η νέα φιλοσοφία των ευρωπαϊκών ενισχύσεων μπορεί να βάλει τέλος στις στρεβλώσεις, να στηρίξει τον πραγματικό παραγωγό και να ανοίξει τον δρόμο για μια βιώσιμη αναγέννηση της ελληνικής υπαίθρου.
Ο πρωτογενής τομέας βρίσκεται σήμερα σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Η κλιματική κρίση, το αυξημένο κόστος παραγωγής, η γήρανση του αγροτικού πληθυσμού και οι συνεχείς πιέσεις της αγοράς δοκιμάζουν καθημερινά τις αντοχές των ανθρώπων της γης. Μέσα σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία, η συζήτηση για τη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται στο ύψος των επιδοτήσεων. Οφείλει να απαντήσει στο ουσιαστικό ερώτημα: ποιος πρέπει πραγματικά να στηρίζεται από τους ευρωπαϊκούς πόρους;
Η απάντηση είναι προφανής. Οι ενισχύσεις πρέπει να κατευθύνονται σε εκείνους που παράγουν, καλλιεργούν, επενδύουν και ζουν από τη γη τους. Στον ενεργό αγρότη και όχι απλώς στις εκτάσεις που δηλώνονται. Πρόκειται για μια αλλαγή φιλοσοφίας που μπορεί να διορθώσει μία από τις μεγαλύτερες στρεβλώσεις της ελληνικής γεωργίας και να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των πραγματικών παραγωγών απέναντι στο σύστημα των αγροτικών ενισχύσεων.
Για χρόνια, το μοντέλο των επιδοτήσεων λειτούργησε με τρόπο που συχνά αποσύνδεε την οικονομική στήριξη από την πραγματική παραγωγική δραστηριότητα. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν ανισότητες, να αδικηθούν άνθρωποι που εργάζονται καθημερινά στα χωράφια και να βρουν χώρο πρακτικές που δεν είχαν καμία σχέση με την ουσία της αγροτικής παραγωγής. Οι αποκαλύψεις γύρω από την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ ανέδειξαν με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο ότι το υπάρχον σύστημα χρειάζεται βαθιές και ουσιαστικές αλλαγές.
Ένα δίκαιο μοντέλο ενισχύσεων δεν μπορεί να αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο τον επαγγελματία αγρότη που αναλαμβάνει καθημερινά το κόστος, το ρίσκο και τις συνέπειες των ακραίων καιρικών φαινομένων με εκείνον που απλώς διατηρεί δικαιώματα επί εκτάσεων χωρίς ουσιαστική παραγωγική δραστηριότητα. Οι ευρωπαϊκοί πόροι οφείλουν να ανταμείβουν την εργασία, την παραγωγή και την προστιθέμενη αξία που δημιουργείται στην πραγματική οικονομία.
Το ίδιο σημαντική είναι και η ανάγκη δημιουργίας μιας Τράπεζας Γης. Αν θέλουμε να μιλάμε σοβαρά για ανανέωση του αγροτικού πληθυσμού, πρέπει πρώτα να εξασφαλίσουμε στους νέους ανθρώπους πρόσβαση στη βασικότερη προϋπόθεση της παραγωγής: τη γη. Χιλιάδες νέοι που επιθυμούν να ασχοληθούν με τη γεωργία αδυνατούν να βρουν καλλιεργήσιμες εκτάσεις ή να ανταποκριθούν στο κόστος απόκτησής τους. Ένα οργανωμένο σύστημα διαχείρισης και διάθεσης γης μπορεί να αποτελέσει καταλύτη για την είσοδο μιας νέας γενιάς παραγωγών στον πρωτογενή τομέα.
Παράλληλα, η Πολιτεία οφείλει να προχωρήσει στην πλήρη καταγραφή όλων των δημοτικών και κρατικών εκτάσεων που σήμερα παραμένουν αδρανείς ή υποαξιοποιούνται. Εκεί όπου οι συνθήκες το επιτρέπουν, οι εκτάσεις αυτές μπορούν να παραχωρούνται, με διαφανείς και αντικειμενικές διαδικασίες, σε νέους και ενεργούς αγρότες, μετατρέποντας έναν ανεκμετάλλευτο δημόσιο πόρο σε εργαλείο ανάπτυξης, παραγωγής και συγκράτησης του πληθυσμού στην ελληνική ύπαιθρο.
Η ελληνική γεωργία δεν χρειάζεται άλλη μία αποσπασματική μεταρρύθμιση ούτε μια ακόμη αλλαγή κανονισμών που θα μείνει στα χαρτιά. Χρειάζεται μια νέα στρατηγική, που θα συνδέει τις ενισχύσεις με την πραγματική παραγωγή, θα αξιοποιεί τη δημόσια γη, θα δίνει ευκαιρίες στους νέους και θα διασφαλίζει απόλυτη διαφάνεια στη διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων.
Αν πραγματικά θέλουμε έναν βιώσιμο πρωτογενή τομέα, μια ανταγωνιστική ελληνική γεωργία και μια ύπαιθρο που θα παράγει πλούτο αντί να ερημώνει, τότε η αρχή πρέπει να είναι ξεκάθαρη: οι ευρωπαϊκές ενισχύσεις να ακολουθούν τον πραγματικό αγρότη και το έργο του, όχι απλώς τα στρέμματα που δηλώνονται. Εκεί βρίσκεται η ουσία μιας δίκαιης αγροτικής πολιτικής και εκεί πρέπει να στραφεί η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική.
Π.Τ
