Τ' ΑΠΑΡΑΤΗΡΗΤΑ

Δημοσκοπήσεις σε… τεχνητή αναπνοή: Κρατάνε τη ΝΔ, παραδέχονται το ΠΑΣΟΚ

Η αγορά των δημοσκοπήσεων δεν φημιζόταν ποτέ για την αθωότητά της. Αλλά το τελευταίο διάστημα, το έργο αρχίζει να γίνεται τόσο προβλέψιμο που καταντά σχεδόν βαρετό. Από τη μία, μια εμφανής και πλέον μη διαχειρίσιμη , άνοδος του ΠΑΣΟΚ. Από την άλλη, μια σχεδόν… πεισματική επιμονή να κρατηθεί η Νέα Δημοκρατία σε ποσοστά που θυμίζουν περισσότερο πολιτική «στήριξη» παρά καθαρή αποτύπωση.

Η αγορά των δημοσκοπήσεων δεν φημιζόταν ποτέ για την αθωότητά της. Αλλά το τελευταίο διάστημα, το έργο αρχίζει να γίνεται τόσο προβλέψιμο που καταντά σχεδόν βαρετό. Από τη μία, μια εμφανής και πλέον μη διαχειρίσιμη , άνοδος του ΠΑΣΟΚ. Από την άλλη, μια σχεδόν… πεισματική επιμονή να κρατηθεί η Νέα Δημοκρατία σε ποσοστά που θυμίζουν περισσότερο πολιτική «στήριξη» παρά καθαρή αποτύπωση.

Οι δημοσκόποι, βλέποντας ότι η πραγματικότητα δεν κρύβεται άλλο κάτω από το χαλί, αρχίζουν δειλά-δειλά να παραδέχονται τη μετατόπιση. Όχι από ειλικρίνεια. Από ανάγκη. Γιατί η πλήρης αποσύνδεση από την κοινωνία κοστίζει  και κυρίως κοστίζει σε αξιοπιστία.

Και κάπου εκεί ξεκινά η γνωστή εξισορρόπηση: «Ναι, ανεβαίνει το ΠΑΣΟΚ… αλλά η ΝΔ κρατάει». Μόνο που αυτό το «κρατάει» θυμίζει περισσότερο πολιτικό μηχανισμό υποστήριξης παρά στατιστικό εύρημα. Με αναγωγές, με «μαλακές» δεξαμενές αναποφάσιστων και μεθοδολογικά μαξιλάρια, στήνεται μια εικόνα που βολεύει  όχι απαραίτητα μια εικόνα που πείθει.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχουν τάσεις. Το πρόβλημα είναι ότι κάποιοι επιχειρούν να τις σερβίρουν… επιλεκτικά. Να δείξουν όσο πρέπει, να κρύψουν όσο συμφέρει. Να «αποζημιώσουν» εκεί που πρέπει, χωρίς να εκτεθούν πλήρως.

Μόνο που η κοινωνία δεν είναι excel. Δεν διορθώνεται με φίλτρα. Και όταν η πραγματικότητα αρχίζει να ξεφεύγει από τα γραφήματα, τότε τα ποσοστά όσο κι αν «φουσκώνονται» χάνουν το βασικό τους νόημα: να αποτυπώνουν, όχι να καθοδηγούν.

Τα κόλπα αυτά κάποτε δούλευαν. Σήμερα απλώς αποκαλύπτονται. Και κάθε «30% με το ζόρι» δεν ενισχύει την εικόνα ισχύος. Την υπονομεύει.


Για τον «Καθημερινό Παρατηρητή»