Δημοσκόπηση ALCO: Η ΝΔ χάνει έδαφος, η κοινωνική δυσαρέσκεια γιγαντώνεται και το πολιτικό σκηνικό μπαίνει σε φάση ανατροπών
Η νέα δημοσκόπηση της ALCO για τον Flash αποτυπώνει με τον πιο καθαρό τρόπο πως το πολιτικό σκηνικό εισέρχεται πλέον σε περίοδο βαθιάς ρευστότητας και αμφισβήτησης της κυριαρχίας της Νέας Δημοκρατίας.
Η νέα δημοσκόπηση της ALCO για τον Flash αποτυπώνει με τον πιο καθαρό τρόπο πως το πολιτικό σκηνικό εισέρχεται πλέον σε περίοδο βαθιάς ρευστότητας και αμφισβήτησης της κυριαρχίας της Νέας Δημοκρατίας.
Η νέα δημοσκόπηση της ALCO για τον Flash δεν αποτελεί απλώς ακόμη μία καταγραφή εκλογικών ποσοστών. Αποτυπώνει κάτι βαθύτερο: την επιτάχυνση της πολιτικής φθοράς της κυβέρνησης, την κρίση αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος και την αγωνιώδη αναζήτηση μεγάλου μέρους της κοινωνίας για μία νέα πολιτική έκφραση.
Τα στοιχεία της έρευνας δείχνουν ότι η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να παραμένει πρώτη πολιτική δύναμη, ωστόσο η εικόνα της πολιτικής παντοδυναμίας έχει πλέον αρχίσει να ξεθωριάζει αισθητά. Το 23,5% στην πρόθεση ψήφου δεν συνιστά κατάρρευση, συνιστά όμως σαφή και επίμονη αποδυνάμωση.
Και κυρίως αποτυπώνει ότι η κυβέρνηση χάνει σταδιακά εκείνα τα κοινωνικά ερείσματα που της έδωσαν τη δυνατότητα να κυριαρχήσει πολιτικά τα προηγούμενα χρόνια.
Η φθορά αυτή δεν είναι συγκυριακή.
Είναι αποτέλεσμα μίας μακράς περιόδου κοινωνικής πίεσης, οικονομικής ασφυξίας και πολιτικής απαξίωσης.
Η ακρίβεια έχει διαλύσει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Η στεγαστική κρίση γιγαντώνεται. Η ενέργεια, τα τρόφιμα και οι βασικές υπηρεσίες παραμένουν πανάκριβα για μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Την ίδια ώρα, ένα σημαντικό κομμάτι πολιτών αισθάνεται ότι το κράτος λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά: αυστηρό απέναντι στους αδύναμους και εξαιρετικά επιεικές απέναντι στην πολιτική και οικονομική εξουσία.
Οι υποθέσεις των Τεμπών, των υποκλοπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ έχουν αφήσει βαθύ πολιτικό αποτύπωμα. Όχι μόνο λόγω των ίδιων των αποκαλύψεων, αλλά κυρίως επειδή ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας έχει πλέον πειστεί ότι το πολιτικό σύστημα αδυνατεί ή δεν επιθυμεί να αποδώσει πραγματική λογοδοσία.
Το στοιχείο αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα και στο εύρημα σύμφωνα με το οποίο το 52% δηλώνει «καθόλου ικανοποιημένο» από τους κυβερνητικούς χειρισμούς.
Πρόκειται για εξαιρετικά βαρύ πολιτικό ποσοστό.
Ουσιαστικά δείχνει πως περισσότεροι από τους μισούς πολίτες εκφράζουν πλήρη αποδοκιμασία απέναντι στην κυβερνητική πορεία.
Μέσα σε αυτό το κλίμα κοινωνικής δυσπιστίας εμφανίζονται δύο νέα πολιτικά εγχειρήματα που επιχειρούν να εκφράσουν διαφορετικές όψεις της κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα καταγράφει 12,8% και αναδεικνύεται δεύτερη πολιτική δύναμη.
Το εύρημα αυτό επιβεβαιώνει ότι ο πρώην πρωθυπουργός εξακολουθεί να διαθέτει πολιτικό βάρος και αναγνωρισιμότητα στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο, παρά τη βαθιά κρίση και διάλυση που υπέστη ο ΣΥΡΙΖΑ τα προηγούμενα χρόνια.
Η δεξαμενή της ΕΛΑΣ προέρχεται κυρίως από τον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ, από όπου φαίνεται να απορροφά το 56% των πρώην ψηφοφόρων του, ενώ σημαντική μετακίνηση εμφανίζεται και από την Πλεύση Ελευθερίας.
Αυτό δείχνει ότι ένα μεγάλο μέρος του αντιδεξιού ακροατηρίου επιχειρεί να επανασυσπειρωθεί γύρω από μία νέα πολιτική έκφραση.
Ωστόσο, η δημοσκόπηση ταυτόχρονα αποτυπώνει και τα όρια αυτής της δυναμικής.
Μόλις το 23% δηλώνει ότι αισθάνεται ελπίδα, σιγουριά ή ενθουσιασμό για το νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, ενώ μεγαλύτερα ποσοστά εκφράζουν απογοήτευση ή ανασφάλεια.
Το στοιχείο αυτό δείχνει πως, παρά την πολιτική επιστροφή του, σημαντικό μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει με επιφύλαξη τον πρώην πρωθυπουργό.
Το βαρύ πολιτικό αποτύπωμα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, οι αντιφάσεις εκείνης της περιόδου, αλλά και η συγκυβέρνηση με τον Πάνο Καμμένο εξακολουθούν να συνοδεύουν τον Αλέξη Τσίπρα, όσο κι αν επιχειρεί σήμερα να παρουσιάσει ένα νέο πολιτικό αφήγημα.
Επιπλέον, απουσιάζει ακόμη το βασικό στοιχείο που θα καθορίσει τη μελλοντική δυναμική της ΕΛΑΣ: ένα ολοκληρωμένο κυβερνητικό πρόγραμμα.
Διότι η κοινωνική δυσαρέσκεια από μόνη της δεν αρκεί για να δημιουργήσει πλειοψηφικό ρεύμα εξουσίας. Χρειάζεται πειστική πρόταση για το τι ακριβώς θα αλλάξει και πώς.
Από την άλλη πλευρά, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού και της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία».
Η δημοσκόπηση δείχνει ότι η απήχησή της δεν περιορίζεται σε έναν ιδεολογικό χώρο, αλλά εκτείνεται οριζόντια μέσα στην κοινωνία.
Το κόμμα της αντλεί ψηφοφόρους τόσο από τη ΝΔ όσο και από κόμματα της δεξιάς και αντισυστημικής ψήφου, όπως η Ελληνική Λύση και η ΝΙΚΗ.
Αυτό αποδεικνύει πως η υπόθεση των Τεμπών εξακολουθεί να αποτελεί μία ανοιχτή κοινωνική πληγή που παράγει πολιτικές αναταράξεις.
Η Μαρία Καρυστιανού φαίνεται να εκφράζει όχι μόνο οργή απέναντι στην κυβέρνηση, αλλά συνολικότερη απογοήτευση απέναντι στο πολιτικό σύστημα, τη δικαιοσύνη και τους θεσμούς.
Δεν είναι τυχαίο ότι η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» συγκεντρώνει και ποσοστό πολιτών που δεν είχαν ψηφίσει στις προηγούμενες εκλογές.
Το στοιχείο αυτό υποδηλώνει ότι τμήμα της αποχής και της κοινωνικής αποστροφής προς την πολιτική αρχίζει ξανά να κινητοποιείται.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται να δέχεται ισχυρή πολιτική πίεση.
Το 10% που καταγράφει στην πρόθεση ψήφου δεν συνιστά εικόνα κόμματος που μπορεί να διεκδικήσει με αξιώσεις κυβερνητική προοπτική.
Παρά την προσπάθεια του Νίκου Ανδρουλάκη να εμφανίσει το ΠΑΣΟΚ ως θεσμική και αξιόπιστη εναλλακτική απέναντι στη ΝΔ, η δημοσκόπηση δείχνει ότι μέχρι στιγμής δεν έχει καταφέρει να μετατρέψει τη φθορά της κυβέρνησης σε ισχυρό πολιτικό ρεύμα υπέρ του κόμματός του.
Και αυτό ίσως να είναι το μεγαλύτερο πολιτικό πρόβλημα της Χαριλάου Τρικούπη.
Διότι σε περιόδους έντονης κοινωνικής δυσαρέσκειας, τα κόμματα εξουσίας που αδυνατούν να εκφράσουν πειστικά την ανάγκη αλλαγής, κινδυνεύουν να συμπιεστούν από νέα πολιτικά σχήματα που εμφανίζονται πιο συγκρουσιακά, πιο αντισυστημικά ή πιο συναισθηματικά φορτισμένα.
Το πιο αποκαλυπτικό εύρημα της δημοσκόπησης ίσως να βρίσκεται αλλού.
Στο ερώτημα ποιος θα είναι ο δυσκολότερος αντίπαλος του Κυριάκου Μητσοτάκη στις επόμενες εκλογές, το 29% απαντά: «Κανένας».
Η απάντηση αυτή δεν αποτυπώνει πολιτική ηγεμονία.
Αποτυπώνει κρίση εμπιστοσύνης.
Δείχνει ότι μεγάλο μέρος της κοινωνίας θεωρεί πως δεν υπάρχει ακόμη πειστική εναλλακτική κυβερνητική πρόταση.
Και αυτή ακριβώς είναι η μεγαλύτερη αντίφαση της σημερινής συγκυρίας:
Η κυβέρνηση φθείρεται συνεχώς, όμως η κοινωνία εξακολουθεί να αναζητά ποιος μπορεί πραγματικά να εκφράσει μια αξιόπιστη προοπτική αλλαγής.
Το πολιτικό σκηνικό πλέον εισέρχεται σε περίοδο μεγάλων ανακατατάξεων.
Οι βεβαιότητες καταρρέουν, τα παραδοσιακά κομματικά όρια αποδυναμώνονται και νέες πολιτικές δεξαμενές διαμορφώνονται με κεντρικό άξονα όχι πλέον την ιδεολογική ταυτότητα, αλλά την οργή, την απογοήτευση και την απαίτηση για δικαιοσύνη, λογοδοσία και κοινωνική αξιοπρέπεια.
Το ερώτημα δεν είναι αν το πολιτικό σκηνικό αλλάζει.
Αυτό ήδη συμβαίνει.
Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος θα μπορέσει να εκφράσει πειστικά αυτή τη βαθιά κοινωνική ανάγκη για αλλαγή χωρίς να επαναλάβει τα λάθη, τις αυταπάτες και τις διαψεύσεις του παρελθόντος.