ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Καμία έκθεση δεν μπορεί να «ξεπλύνει» το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ

Η υπόθεση δεν αφορά μια «λογιστική διαφορά» ή μια τεχνική διαφωνία για το ύψος της ζημίας. Αφορά έναν μηχανισμό που επί χρόνια λειτουργούσε με πολιτικές πλάτες, πελατειακές σχέσεις και πλήρη αδυναμία ουσιαστικού ελέγχου στη διαχείριση εκατομμυρίων ευρώ ευρωπαϊκών πόρων.

Η υπόθεση δεν αφορά μια «λογιστική διαφορά» ή μια τεχνική διαφωνία για το ύψος της ζημίας. Αφορά έναν μηχανισμό που επί χρόνια λειτουργούσε με πολιτικές πλάτες, πελατειακές σχέσεις και πλήρη αδυναμία ουσιαστικού ελέγχου στη διαχείριση εκατομμυρίων ευρώ ευρωπαϊκών πόρων.

Όσο αποκαλύπτονται περισσότερες λεπτομέρειες για τη διαδρομή της δικογραφίας του ΟΠΕΚΕΠΕ, τόσο περισσότερο γίνεται φανερό ότι η υπόθεση μόνο «κλεισμένη» δεν μπορεί να θεωρηθεί.

Αντίθετα, τα ερωτήματα πολλαπλασιάζονται.

Σύμφωνα με πληροφορίες και εκτιμήσεις που βλέπουν το φως της δημοσιότητας, κανένας εισαγγελέας δεν θα μπορούσε μόνος του να αξιολογήσει τα τεχνικά και οικονομικά κενά που υπήρχαν στις εκθέσεις εκτίμησης ζημίας για τις 23 υπό διερεύνηση υποθέσεις απάτης εις βάρος των ευρωπαϊκών πόρων.

Και αυτό ακριβώς αποκαλύπτει το μέγεθος του προβλήματος.

Διότι όταν μια δικογραφία τέτοιου βάρους στηρίζεται σε ελλιπή στοιχεία, σε τεχνικές ασάφειες και σε εκθέσεις που οι ίδιες αναγνωρίζουν αδυναμία πλήρους αποτίμησης της ζημίας, τότε είναι τουλάχιστον πολιτικά προκλητικό να παρουσιάζεται ξαφνικά μια «έκθεση» ως εργαλείο αποδόμησης του σκανδάλου.

Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι μετά την αποστολή της δικογραφίας στη Βουλή, η Εντεταλμένη Ευρωπαία Εισαγγελέας ανέθεσε στην Παρασκευή Τυχεροπούλου να ελέγξει την έκθεση της Οικονομικής Αστυνομίας και να προχωρήσει σε δική της αξιολόγηση για το ύψος της οικονομικής ζημίας στις 23 υποθέσεις.

Με απλά λόγια, ζητήθηκε μια δεύτερη τεχνική αποτίμηση , ουσιαστικά ένα πόρισμα πάνω σε άλλο πόρισμα.

Μόνο που εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αντίφαση.

Η ίδια η διαδικασία φαίνεται να βασίστηκε σε στοιχεία που χαρακτηρίζονται ελλιπή, προβληματικά ή ανεπαρκή.

Άρα το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο τι συμπέρασμα βγήκε.

Το ερώτημα είναι πάνω σε ποια δεδομένα βγήκε.

Γιατί όταν ένα τεχνικό πόρισμα στηρίζεται σε αμφισβητούμενα ή ελλιπή στοιχεία, τότε δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως πολιτική «κολυμβήθρα» για να εξαφανιστεί ένα σκάνδαλο που ήδη έχει προκαλέσει:

  • συλλήψεις,
  • έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας,
  • τεράστια ευρωπαϊκά πρόστιμα,
  • και σοβαρές καταγγελίες για μηχανισμό διαχείρισης επιδοτήσεων.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο όταν οι ίδιες πληροφορίες επιμένουν ότι οι υπηρεσιακοί μηχανισμοί που απέστειλαν τα στοιχεία προς τις αρχές περιλαμβάνουν πρόσωπα που ήδη ελέγχονται για πιθανή εμπλοκή στην υπόθεση.

Δηλαδή, σε μια υπόθεση όπου ερευνάται η αξιοπιστία του ίδιου του συστήματος, το σύστημα εμφανίζεται να τροφοδοτεί τον έλεγχο με τα δικά του στοιχεία.

Και αυτό δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες για κάθε συμπέρασμα που επιχειρεί σήμερα να παρουσιαστεί ως «οριστικό».

Η κυβέρνηση και οι εμπλεκόμενοι βουλευτές μπορεί να προσπαθούν να πείσουν ότι «δεν υπάρχει μεγάλο σκάνδαλο».

Όμως η κοινωνία βλέπει κάτι πολύ πιο απλό:ότι μια υπόθεση με τόσες αντιφάσεις, τόσα κενά, τόσες παρεμβάσεις και τόσες σκιές, δεν μπορεί να κλείσει επικοινωνιακά με μία τεχνική έκθεση.

Ιδίως όταν ακόμη και η ίδια η έκθεση αναγνωρίζει ότι σε πολλές περιπτώσεις δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία για ασφαλή υπολογισμό της ζημίας.

Και τελικά αυτό ίσως είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο της υπόθεσης.

Όχι μόνο το πιθανό σκάνδαλο.

Αλλά το γεγονός ότι κανείς πλέον δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα το πραγματικό μέγεθός του.