Φάρμακα παχυσαρκίας: Στον «αέρα» οι ασθενείς – Υπό αίρεση η επανεκκίνηση τον Σεπτέμβριο
Η κυβέρνηση γνώριζε ότι η χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης ολοκληρωνόταν στις 30 Ιουνίου, αλλά δεν εξασφάλισε εγκαίρως τη συνέχεια του προγράμματος – Τώρα μεταθέτει ευθύνες σε Ευρωπαϊκή Ένωση και γιατρούς
Η κυβέρνηση γνώριζε ότι η χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης ολοκληρωνόταν στις 30 Ιουνίου, αλλά δεν εξασφάλισε εγκαίρως τη συνέχεια του προγράμματος – Τώρα μεταθέτει ευθύνες σε Ευρωπαϊκή Ένωση και γιατρούς
Με μια τροπολογία που αναμένεται να συζητηθεί στη Βουλή την Παρασκευή 31 Ιουλίου επιχειρεί το υπουργείο Υγείας να καλύψει τις σοβαρές εκκρεμότητες που άφησε η αιφνίδια διακοπή του προγράμματος δωρεάν φαρμακευτικής αντιμετώπισης της παχυσαρκίας.
Το πρόγραμμα, το οποίο χρηματοδοτούνταν από το Ταμείο Ανάκαμψης, ολοκληρώθηκε στις 30 Ιουνίου, αφήνοντας χιλιάδες δικαιούχους στη μέση της προβλεπόμενης θεραπευτικής διαδικασίας. Παρά τις προηγούμενες κυβερνητικές διαβεβαιώσεις για επανεκκίνησή του από την 1η Σεπτεμβρίου, ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης έθεσε πλέον έναν καθοριστικό αστερίσκο: «αν είμαστε έτοιμοι».
Η συγκεκριμένη διατύπωση εντείνει την αβεβαιότητα, καθώς το ίδιο το υπουργείο Υγείας είχε ανακοινώσει από τις 12 Ιουνίου ότι το «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ» θα περνούσε σε νέα φάση από τον Σεπτέμβριο του 2026 και θα συνεχιζόταν έως το 2030. Στην ίδια ανακοίνωση αναφερόταν ξεκάθαρα ότι ο χρηματοδοτούμενος από το Ταμείο Ανάκαμψης κύκλος θα έληγε στις 30 Ιουνίου και ότι μέχρι τις 31 Αυγούστου θα πραγματοποιούνταν αποκλειστικά οι διοικητικές, οικονομικές και τεχνικές διαδικασίες κλεισίματος.
Πρόγραμμα οκτώ μηνών με χρηματοδότηση έξι μηνών
Το βασικό πρόβλημα βρίσκεται στον αρχικό σχεδιασμό. Η δράση ξεκίνησε ουσιαστικά τον Ιανουάριο, ενώ προέβλεπε τη χορήγηση έως οκτώ μηνιαίων δόσεων. Ήταν επομένως χρονικά αδύνατο να ολοκληρώσουν τη διαδικασία μέχρι τις 30 Ιουνίου όσοι εντάχθηκαν μετά την έναρξη του προγράμματος.
Παρότι η ημερομηνία λήξης της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης ήταν εξαρχής γνωστή, δεν είχε προβλεφθεί εγκαίρως ασφαλής μεταβατική περίοδος ούτε είχαν εξασφαλιστεί οι αναγκαίοι εθνικοί πόροι για τη συνέχιση της αγωγής.
Ο υπουργός Υγείας ανέφερε ότι η επανέναρξη σχεδιάζεται για τον Σεπτέμβριο και ότι όσοι έχουν ήδη ενταχθεί θα λάβουν τις δόσεις που υπολείπονται. Παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι πρόκειται για ένα ιδιαίτερα ακριβό πρόγραμμα και πως, μετά την ψήφιση της τροπολογίας, το υπουργείο θα εξετάσει τι μπορεί να χρηματοδοτήσει το επόμενο διάστημα.
Με άλλα λόγια, η πολυδιαφημισμένη συνέχιση μέχρι το 2030 εμφανίζεται σήμερα να εξαρτάται από την επιχειρησιακή ετοιμότητα του υπουργείου και από το ύψος των διαθέσιμων εθνικών πόρων.
Από την Ευρωπαϊκή Ένωση στους γιατρούς
Η κυβέρνηση αποδίδει αρχικά τη διακοπή στην άρνηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να εγκρίνει παράταση της χρηματοδότησης έως το τέλος Αυγούστου. Η εξέλιξη παρουσιάζεται ως «απένταξη», με αναφορές σε αντίστοιχα αιτήματα άλλων ευρωπαϊκών χωρών που επίσης δεν έγιναν αποδεκτά.
Στη συνέχεια, όμως, μέρος της ευθύνης μεταφέρεται στους γιατρούς. Ο Άδωνις Γεωργιάδης υποστήριξε ότι κάθε γιατρός όφειλε να ενημερώνει τους ασθενείς πως το πρόγραμμα ολοκληρωνόταν στις 30 Ιουνίου.
Η τοποθέτηση προκαλεί εύλογα ερωτήματα. Οι γιατροί δεν καθορίζουν τη διάρκεια της κρατικής χρηματοδότησης, δεν σχεδιάζουν τα προγράμματα του Ταμείου Ανάκαμψης και δεν μπορούν να εξασφαλίσουν κονδύλια για τη συνέχιση μιας δημόσιας δράσης. Η έγκαιρη ενημέρωση των δικαιούχων αποτελεί ασφαλώς υποχρέωση όλων των εμπλεκομένων, δεν μπορεί όμως να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για τις αδυναμίες του κεντρικού σχεδιασμού.
Οι ασθενείς περιμένουν απαντήσεις
Η τροπολογία καλείται πλέον να απαντήσει σε συγκεκριμένα ερωτήματα: Πότε ακριβώς θα επανεκδοθούν τα παραπεμπτικά; Ποιο ποσό θα διατεθεί από τον κρατικό προϋπολογισμό; Θα καλυφθούν όλες οι υπολειπόμενες δόσεις; Θα επανενταχθούν αυτόματα οι υφιστάμενοι δικαιούχοι και τι θα συμβεί με τους νέους ασθενείς;
Μέχρι να δοθούν σαφείς και δεσμευτικές απαντήσεις, η επανέναρξη του Σεπτεμβρίου παραμένει περισσότερο κυβερνητική πρόθεση παρά εξασφαλισμένη πραγματικότητα.
Η παχυσαρκία αποτελεί σοβαρό πρόβλημα δημόσιας υγείας και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με αποσπασματικές δράσεις, ασφυκτικές προθεσμίες και χρηματοδοτικά κενά. Όταν η Πολιτεία εντάσσει έναν πολίτη σε ένα θεραπευτικό πρόγραμμα, οφείλει να έχει διασφαλίσει τη συνέχειά του όχι να αναζητά εκ των υστέρων πόρους, τροπολογίες και υπευθύνους
