Η Δικαιοσύνη στο εδώλιο και ο «αγνωστος» ενοχος
Η πρόσφατη προσπάθεια αρχειοθέτησης του σκανδάλου των υποκλοπών –διότι περί αυτού πρόκειται, ας μη γελιόμαστε με νομικίστικους ευφημισμούς– δεν είναι απλώς μια δικαστική κρίση. Είναι μια άσκηση μεταφυσικής. Όπως εύστοχα παρατήρησε η «Καθημερινή», υιοθετείται μια λογική που θα ζήλευε και ο Κάφκα: «Δεν έχουμε στοιχεία γιατί δεν ψάξαμε, και δεν ψάχνουμε γιατί δεν έχουμε στοιχεία».
Η πρόσφατη προσπάθεια αρχειοθέτησης του σκανδάλου των υποκλοπών –διότι περί αυτού πρόκειται, ας μη γελιόμαστε με νομικίστικους ευφημισμούς– δεν είναι απλώς μια δικαστική κρίση. Είναι μια άσκηση μεταφυσικής. Όπως εύστοχα παρατήρησε η «Καθημερινή», υιοθετείται μια λογική που θα ζήλευε και ο Κάφκα: «Δεν έχουμε στοιχεία γιατί δεν ψάξαμε, και δεν ψάχνουμε γιατί δεν έχουμε στοιχεία».
Είναι να απορεί κανείς με την εφευρετικότητα της εγχώριας θεσμικής ελίτ. Εκεί που νομίζεις ότι η λογική έχει τερματίσει, έρχεται ένα εισαγγελικό πόρισμα να μας υπενθυμίσει ότι στην Ελλάδα η αλήθεια δεν είναι το ζητούμενο, αλλά το εμπόδιο.
Η πρόσφατη προσπάθεια αρχειοθέτησης του σκανδάλου των υποκλοπών –διότι περί αυτού πρόκειται, ας μη γελιόμαστε με νομικίστικους ευφημισμούς– δεν είναι απλώς μια δικαστική κρίση. Είναι μια άσκηση μεταφυσικής. Όπως εύστοχα παρατήρησε η «Καθημερινή», υιοθετείται μια λογική που θα ζήλευε και ο Κάφκα: «Δεν έχουμε στοιχεία γιατί δεν ψάξαμε, και δεν ψάχνουμε γιατί δεν έχουμε στοιχεία».
Είναι η αποθέωση του θεσμικού στρουθοκαμηλισμού.
Όταν η κοινή λογική βοά ότι το «μολυσμένο» λογισμικό και οι επίσημες επισυνδέσεις της ΕΥΠ χόρευαν το ίδιο ταγκό πάνω στα ίδια τηλέφωνα, η Δικαιοσύνη επιλέγει να κοιτάξει το ταβάνι. Όταν οι συμπτώσεις γίνονται βουνό, το πόρισμα τις βαφτίζει «ατυχείς συναντήσεις». Είναι πλέον σαφές: Το Predator στην Ελλάδα δεν έχει ιδιοκτήτη, δεν έχει χειριστή, δεν έχει πολιτικό προϊστάμενο. Είναι προφανώς ένα αυτόνομο ψηφιακό ον που αποφάσισε από μόνο του να παρακολουθήσει το μισό πολιτικό και επιχειρηματικό σύστημα της χώρας, έτσι, για να περνάει η ώρα.
Το πρόβλημα όμως είναι βαθύτερο από μια δικογραφία που μπαίνει στο αρχείο. Το πρόβλημα είναι η διάβρωση. Όταν η κυβέρνηση, στην προσπάθειά της να διασωθεί, μετατρέπει τη Δικαιοσύνη σε «πλυντήριο» ευθυνών, το τίμημα δεν το πληρώνει το εκάστοτε Μαξίμου. Το πληρώνει το πολίτευμα.
Η Δικαιοσύνη δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Είναι η τελευταία γραμμή άμυνας του πολίτη απέναντι στην αυθαιρεσία της εξουσίας. Αν αυτή η γραμμή σπάσει, αν ο πολίτης νιώσει ότι ο δικαστής είναι ο «τροχονόμος» των κυβερνητικών επιθυμιών, τότε το κοινωνικό συμβόλαιο γίνεται κουρελόχαρτο.
Η κυβέρνηση δείχνει να πιστεύει ότι «καθάρισε». Ότι ο χρόνος και η λήθη θα κάνουν τη δουλειά τους. Πλανώνται πλάνην οικτρά. Η ιστορία έχει αποδείξει ότι τα σκάνδαλα που «κουκουλώνονται» βίαια, επιστρέφουν πάντα ως φαντάσματα για να στοιχειώσουν τους εμπνευστές τους.
Μόνο που αυτή τη φορά, το κόστος της συγκάλυψης είναι μια Δικαιοσύνη που σέρνεται στο κατόπι μιας εξουσίας που αρνείται να λογοδοτήσει. Και αυτό είναι το μεγαλύτερο έγκλημα από όλα.
Ο Πασχάλης Θ. Τόσιος