Ιδιωτικά ΑΕΙ: Άνοιξαν βιαστικά μια αγορά εκατομμυρίων και τώρα το ΣτΕ ξηλώνει τις άδειες
Οι αποφάσεις για τρία μη κρατικά πανεπιστήμια εκθέτουν σοβαρές αστοχίες στην αδειοδότηση – Νέα προσφυγή προαναγγέλλεται για άλλα επτά ΝΠΠΕ και το πολιτικό ερώτημα επιστρέφει: ποιος και πώς έλεγξε τους φακέλους;
Οι αποφάσεις για τρία μη κρατικά πανεπιστήμια εκθέτουν σοβαρές αστοχίες στην αδειοδότηση – Νέα προσφυγή προαναγγέλλεται για άλλα επτά ΝΠΠΕ και το πολιτικό ερώτημα επιστρέφει: ποιος και πώς έλεγξε τους φακέλους;
Η κυβέρνηση παρουσίασε την ίδρυση και λειτουργία μη κρατικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα ως μία από τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις της στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Έσπευσε να δημιουργήσει το νέο θεσμικό πλαίσιο, να ανοίξει την εκπαιδευτική αγορά σε παραρτήματα ξένων πανεπιστημίων και να προχωρήσει σε αδειοδοτήσεις.
Λίγο αργότερα, όμως, το Συμβούλιο της Επικρατείας έρχεται να ακυρώσει άδειες και πιστοποιήσεις προγραμμάτων σπουδών τριών ΝΠΠΕ, αναδεικνύοντας σοβαρά προβλήματα όχι στη θεωρία του θεσμού, αλλά στον τρόπο με τον οποίο εφαρμόστηκε στην πράξη.
Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πολιτικό ζήτημα που προκύπτει.
Γιατί η συζήτηση δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται στο ερώτημα «είμαστε υπέρ ή κατά των ιδιωτικών πανεπιστημίων».
Το ερώτημα είναι πολύ πιο συγκεκριμένο:
Με ποια διαδικασία δόθηκαν αυτές οι άδειες; Ποιοι έλεγξαν τους φακέλους; Και πώς είναι δυνατόν ένας θεσμός που παρουσιάστηκε ως υπόδειγμα μεταρρύθμισης να σκοντάφτει τόσο γρήγορα στον έλεγχο νομιμότητας του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου;
Το ΣτΕ δεν ακύρωσε τον θεσμό ,ακύρωσε τον τρόπο εφαρμογής του
Εδώ χρειάζεται μια απαραίτητη διευκρίνιση.
Οι τελευταίες αποφάσεις δεν σημαίνουν ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε αντισυνταγματικό συνολικά τον θεσμό των μη κρατικών πανεπιστημίων.
Αυτό θα ήταν ανακριβές.
Το ουσιαστικό όμως για την κυβέρνηση είναι εξίσου σοβαρό: το Γ΄ Τμήμα του ΣτΕ ακύρωσε διοικητικές πράξεις αδειοδότησης και πιστοποίησης επειδή εντόπισε προβλήματα στη διαδικασία που ακολουθήθηκε.
Σε δύο περιπτώσεις, σύμφωνα με όσα δημοσιοποιήθηκαν για τις αποφάσεις, ο ΕΟΠΠΕΠ δεν είχε διαπιστώσει εγκαίρως ότι είχαν εκπληρωθεί οι απαιτήσεις που ο ίδιος είχε θέσει μετά τους ελέγχους στις κτιριακές εγκαταστάσεις.
Σε άλλη περίπτωση, το ΣτΕ έκρινε προβληματική τη σύμφωνη γνώμη της ΕΘΑΑΕ, καθώς μέλος της επιτροπής αξιολόγησης είχε σχέση με τον ενδιαφερόμενο εκπαιδευτικό φορέα, γεγονός που μπορούσε να δημιουργήσει υπόνοια μεροληψίας.
Ακόμη σοβαρότερο είναι το ζήτημα που αφορά την πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών.
Το ΣτΕ έκρινε ότι τα στοιχεία της απόφασης 48136/17.12.2024 της ΕΘΑΑΕ, πάνω στα οποία βασίστηκε η πιστοποίηση, δεν αποτελούσαν τα συγκεκριμένα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια που απαιτούσε ο νόμος.
Και εδώ ακριβώς ανοίγει η επόμενη μεγάλη συζήτηση.
Η υπόθεση δεν τελειώνει στα τρία πανεπιστήμια
Ο καθηγητής Διοικητικού Δικαίου του ΕΚΠΑ Πάνος Λαζαράτος, ο οποίος χειρίστηκε τις προσφυγές, υποστηρίζει ότι οι συνέπειες των αποφάσεων μπορεί να είναι πολύ ευρύτερες.
Κατά την εκτίμησή του, εφόσον ακυρώθηκε το κανονιστικό πλαίσιο των κριτηρίων πάνω στο οποίο βασίστηκαν οι πιστοποιήσεις, δημιουργείται ζήτημα νομιμότητας και για επτά ακόμη ΝΠΠΕ που έχουν ήδη αδειοδοτηθεί.
Έχει μάλιστα προαναγγείλει νέα αίτηση ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας εντός Αυγούστου.
Αυτό βεβαίως πρέπει να αποτυπωθεί σωστά:
Δεν υπάρχει σήμερα απόφαση του ΣτΕ που να ακυρώνει τις άδειες αυτών των επτά πανεπιστημίων.
Υπάρχει ο νομικός ισχυρισμός ότι το ίδιο πρόβλημα μπορεί να επηρεάζει και τις δικές τους αδειοδοτήσεις και υπάρχει η προαναγγελία νέας δικαστικής προσφυγής.
Αλλά και μόνο το γεγονός ότι λίγες εβδομάδες μετά τις νέες αδειοδοτήσεις ανοίγει μια τέτοια συζήτηση δείχνει πόσο εύθραυστο αποδεικνύεται το οικοδόμημα.
Από τη «μεταρρύθμιση» στην αμφισβήτηση
Η κυβέρνηση επένδυσε πολιτικά πολύ στον νόμο για τα μη κρατικά πανεπιστήμια.
Τον παρουσίασε περίπου ως ιστορική τομή.
Αντί όμως να προηγηθεί ένα απολύτως θωρακισμένο σύστημα αξιολόγησης, διαφάνειας και ελέγχου, σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε ακυρώσεις αδειών, προβλήματα πιστοποίησης, ζητήματα αμεροληψίας και νέα προσφυγή που απειλεί να ανοίξει δεύτερο γύρο δικαστικών ανατροπών.
Και όλα αυτά σε έναν χώρο στον οποίο πλέον διακινούνται μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, δίδακτρα και επενδύσεις εκατομμυρίων.
Όταν δημιουργείς μια νέα αγορά στην Ανώτατη Εκπαίδευση, το ελάχιστο που απαιτείται είναι οι κανόνες της να είναι αδιαμφισβήτητοι.
Οι έλεγχοι αυστηροί.
Οι αξιολογήσεις διαφανείς.
Και οι άδειες νομικά θωρακισμένες.
Διαφορετικά, το κράτος δεν προστατεύει ούτε τη δημόσια εκπαίδευση ούτε τους ιδιώτες επενδυτές ούτε —κυρίως— τους φοιτητές και τις οικογένειές τους.
Ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη;
Υπάρχει λοιπόν ένα ερώτημα που το υπουργείο Παιδείας δύσκολα μπορεί πλέον να αποφύγει:Ποιος αναλαμβάνει την πολιτική και διοικητική ευθύνη για τις άδειες που δόθηκαν και στη συνέχεια ακυρώθηκαν;
Δεν αρκεί η διαβεβαίωση ότι δεν θα χαθεί το ακαδημαϊκό έτος.
Οι φοιτητές φυσικά πρέπει να προστατευθούν πλήρως.
Αλλά παράλληλα πρέπει να δοθούν απαντήσεις για το πώς οδηγηθήκαμε έως εδώ.
Γιατί οι αποφάσεις του ΣτΕ δεν περιγράφουν μια αφηρημένη πολιτική διαφωνία.
Περιγράφουν συγκεκριμένες διοικητικές και νομικές πλημμέλειες.
Και όταν μια κυβέρνηση ανοίγει με τόσο μεγάλη πολιτική ταχύτητα μια αγορά εκατομμυρίων στην Ανώτατη Εκπαίδευση, έχει ακόμη μεγαλύτερη υποχρέωση να διασφαλίζει ότι κάθε άδεια, κάθε αξιολόγηση και κάθε πιστοποίηση αντέχει στον αυστηρότερο δυνατό έλεγχο.
Σήμερα αποδεικνύεται ότι τουλάχιστον σε τρεις περιπτώσεις δεν άντεξε.
Και αν η νέα προσφυγή για τα επτά ΝΠΠΕ φτάσει πράγματι στο Συμβούλιο της Επικρατείας, η υπόθεση των ιδιωτικών πανεπιστημίων δεν θα αποτελεί πλέον απλώς μία πολιτική αντιπαράθεση γύρω από μια κυβερνητική μεταρρύθμιση.
Θα μετατραπεί σε συνολική δοκιμασία της αξιοπιστίας του τρόπου με τον οποίο αυτή η μεταρρύθμιση σχεδιάστηκε και εφαρμόστηκε.
Γιατί τελικά το πρόβλημα δεν είναι ότι το ΣτΕ έκανε τη δουλειά του.
Το πρόβλημα είναι ότι χρειάστηκε να φτάσουν οι υποθέσεις στο ΣτΕ για να αποδειχθεί πόσο προβληματικά είχε κάνει τη δική της δουλειά η Διοίκηση.

