Τ' ΑΠΑΡΑΤΗΡΗΤΑ

«Μα κανένας δεν θέλει να ξέρει;»

Υπάρχουν στιγμές που μια πολιτική φράση λειτουργεί σαν καθρέφτης ολόκληρης εποχής. Και το ερώτημα που έθεσε ο Παύλος Γερουλάνος για το σκάνδαλο των υποκλοπών ήταν ακριβώς αυτό: «Μα κανένας σας δεν θέλει να ξέρει;»

Υπάρχουν στιγμές που μια πολιτική φράση λειτουργεί σαν καθρέφτης ολόκληρης εποχής. Και το ερώτημα που έθεσε ο Παύλος Γερουλάνος για το σκάνδαλο των υποκλοπών ήταν ακριβώς αυτό: «Μα κανένας σας δεν θέλει να ξέρει;»

Μια φράση που εκθέτει όχι μόνο τη σιωπή της κυβέρνησης Μητσοτάκη, αλλά και το βαθύ θεσμικό σκοτάδι μέσα στο οποίο επιχειρεί να συνηθίσει την ελληνική κοινωνία.Γιατί εδώ δεν μιλάμε πλέον για μια «άτυχη στιγμή» ή για ένα «λάθος χειρισμό».
Μιλάμε για ένα καθεστώς εξουσίας που αντιμετώπισε τις υποκλοπές όχι ως εθνικό και δημοκρατικό σκάνδαλο, αλλά ως πρόβλημα διαχείρισης επικοινωνιακού κόστους.

Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό σοκ.Οχι ότι υπήρξαν παρακολουθήσεις.
Αλλά ότι η κυβέρνηση δεν έδειξε ποτέ πραγματική αγωνία να αποκαλυφθεί όλη η αλήθεια.

Δεν είδαμε οργή.Δεν είδαμε απαίτηση κάθαρσης.
Δεν είδαμε ούτε έναν κορυφαίο κυβερνητικό παράγοντα να σηκώνεται δημόσια και να λέει:

«Θέλω να ξέρω ποιοι παρακολουθούσαν, ποιοι γνώριζαν, ποιοι κάλυπταν και ποιοι εξέθεσαν τη χώρα».

Αντίθετα, είδαμε μια πρωτοφανή επιχείρηση θεσμικής ομίχλης.

Απόρρητα.
Κλειστές πόρτες.
Επικλήσεις «εθνικής ασφάλειας».
Μισόλογα.
Διαρροές.
Συγκάλυψη ευθυνών.
Και πάνω απ’ όλα, μια αλαζονική απαίτηση να σταματήσει η κοινωνία να ρωτά.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν λειτούργησε σαν μια εξουσία που θέλει να καθαρίσει ένα σκοτεινό σκάνδαλο.

Λειτούργησε σαν μηχανισμός πολιτικής αυτοπροστασίας.

Και αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο της υπόθεσης.

Διότι όταν υπάρχουν καταγγελίες για παρακολουθήσεις πολιτικών, δημοσιογράφων και δημόσιων προσώπων, όταν διεθνή μέσα ενημέρωσης εκθέτουν τη χώρα διεθνώς και όταν ακόμη και ευρωπαϊκοί θεσμοί εκφράζουν ανησυχία, το φυσιολογικό σε μια δημοκρατία είναι η απαίτηση πλήρους διερεύνησης.

Εδώ συνέβη το αντίθετο.

Οποιος ζητούσε απαντήσεις παρουσιαζόταν περίπου ως «ενοχλητικός».
Οποιος επέμενε στη διαφάνεια στοχοποιούνταν ως πολιτικά ύποπτος.
Και όποιος μιλούσε για θεσμική εκτροπή αντιμετωπιζόταν σαν να υπερέβαλλε.

Αυτή ακριβώς είναι η πιο βαριά πολιτική ευθύνη του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Οχι μόνο όσα έγιναν.Αλλά η κουλτούρα σιωπής που οικοδομήθηκε γύρω τους.

Μια εξουσία που δεν αναζητά την αλήθεια για ένα τόσο σκοτεινό σκάνδαλο δεν δείχνει αυτοπεποίθηση.
Δείχνει φόβο.Και μια δημοκρατία αρχίζει να αρρωσταίνει επικίνδυνα όταν η κυβέρνηση φοβάται περισσότερο την αποκάλυψη της αλήθειας, παρά το ίδιο το σκάνδαλο.