ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΟΠΕΚΕΠΕ: Η σιωπή της Αραμπατζή, η σύγκρουση στη Βουλή και η πολιτική ομερτά του Μαξίμου

Σε κλίμα ακραίας πολιτικής έντασης εξελίσσεται στη Βουλή η συζήτηση για τη σύσταση προανακριτικής επιτροπής σχετικά με την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και τις ευθύνες των πρώην υπουργών Σπήλιου Λιβανού και Φωτεινής Αραμπατζή. Μια συζήτηση που πλέον δεν αφορά μόνο ένα σκάνδαλο επιδοτήσεων, αλλά μετατρέπεται σε ευθεία σύγκρουση για τη λειτουργία των θεσμών, τη λογοδοσία και τα όρια της πολιτικής προστασίας που παρέχει η κυβέρνηση στα στελέχη της.

Σε κλίμα ακραίας πολιτικής έντασης εξελίσσεται στη Βουλή η συζήτηση για τη σύσταση προανακριτικής επιτροπής σχετικά με την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και τις ευθύνες των πρώην υπουργών Σπήλιου Λιβανού και Φωτεινής Αραμπατζή. Μια συζήτηση που πλέον δεν αφορά μόνο ένα σκάνδαλο επιδοτήσεων, αλλά μετατρέπεται σε ευθεία σύγκρουση για τη λειτουργία των θεσμών, τη λογοδοσία και τα όρια της πολιτικής προστασίας που παρέχει η κυβέρνηση στα στελέχη της.

Η αντιπολίτευση εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση κατά της κυβέρνησης, κατηγορώντας τη Νέα Δημοκρατία ότι επιχειρεί να μπλοκάρει κάθε ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης. Το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ και η Νέα Αριστερά έκαναν λόγο για οργανωμένη επιχείρηση συγκάλυψης, με αιχμή την άρνηση της κυβερνητικής πλειοψηφίας να επιτρέψει την προανακριτική διαδικασία.

Η Μιλένα Αποστολάκη μάλιστα επιτέθηκε προσωπικά στον Κυριάκο Μητσοτάκη, κατηγορώντας τον ότι επιχειρεί να εξασφαλίσει πολιτικό ακαταδίωκτο για πρόσωπα του στενού κυβερνητικού μηχανισμού και να μετατρέψει τη Βουλή από χώρο ελέγχου της εξουσίας σε μηχανισμό αμνήστευσης πολιτικών ευθυνών.

Και μέσα σε αυτό το σκηνικό, η στάση της Φωτεινής Αραμπατζή προκαλεί ακόμη μεγαλύτερα πολιτικά ερωτήματα.

Γιατί όταν το όνομά της άρχισε να εμπλέκεται στη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και οι αποκαλύψεις προκαλούσαν πολιτικό σεισμό, η πρώην υφυπουργός εμφανιζόταν αποφασισμένη να ζητήσει ακόμη και προανακριτική επιτροπή. Δήλωνε δημόσια ότι δεν έχει τίποτα να φοβηθεί, τίποτα να κρύψει και πως επιθυμεί την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης.

Τότε, το αφήγημα ήταν η «θεσμική διαφάνεια».

Σήμερα όμως;

Σήμερα η ίδια πολιτικός που ζητούσε διερεύνηση, σιωπά πίσω από την απόφαση της κυβερνητικής πλειοψηφίας να απορρίψει την προανακριτική. Δεν ακούστηκε ούτε μία δημόσια διαφοροποίηση. Ούτε μία απαίτηση να προχωρήσει η διαδικασία που η ίδια επικαλούνταν πριν από λίγες εβδομάδες.

Και αυτή η μεταστροφή δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι πολιτική ομολογία.

Γιατί όποιος πιστεύει πραγματικά στην αθωότητά του, δεν φοβάται την έρευνα. Δεν κρύβεται πίσω από κομματικές ψήφους. Δεν περιμένει από τη Βουλή να λειτουργήσει ως ασπίδα προστασίας.

Η εικόνα που βγαίνει σήμερα από το Κοινοβούλιο είναι εικόνα πανικού και πολιτικής ομερτάς.

Η Νέα Δημοκρατία, ενώ αρχικά επιχείρησε να εμφανιστεί ως δύναμη «θεσμικής ευθύνης», καταλήγει για ακόμη μία φορά να μετατρέπει τη Βουλή σε χώρο προστασίας πολιτικών στελεχών. Όχι επειδή η υπόθεση ξεκαθαρίστηκε. Όχι επειδή κατέρρευσαν τα στοιχεία. Αλλά επειδή το Μαξίμου αντιλήφθηκε ότι η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ μπορεί να εξελιχθεί σε βαρύ πολιτικό τραύμα για την κυβέρνηση.

Και όσο περισσότερο προσπαθούν να κλείσουν την υπόθεση, τόσο μεγαλύτερα γίνονται τα ερωτήματα.

Γιατί αν πράγματι δεν υπάρχει τίποτα επιλήψιμο, γιατί φοβούνται την προανακριτική; Γιατί ενοχλεί τόσο πολύ η κοινοβουλευτική διερεύνηση; Γιατί η κυβέρνηση επιλέγει την πολιτική κάλυψη αντί της διαφάνειας;

Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν αφορά πλέον μόνο αγροτικές επιδοτήσεις και διοικητικούς χειρισμούς. Αφορά τον ίδιο τον πυρήνα του «επιτελικού κράτους» Μητσοτάκη. Ενός μηχανισμού εξουσίας που λειτουργεί με όρους ελέγχου, προστασίας ημετέρων και πολιτικής επιβίωσης.

Και στις Σέρρες, η σιωπή πλέον ακούγεται πιο δυνατά από οποιαδήποτε δήλωση.

Γιατί η τοπική κοινωνία βλέπει μια πολιτικό που πριν λίγες εβδομάδες ζητούσε «διαλεύκανση» και σήμερα σιωπά πίσω από την κομματική γραμμή.

Βλέπει μια κυβέρνηση που μιλά καθημερινά για «θεσμούς» και «κράτος δικαίου», αλλά όταν οι έρευνες πλησιάζουν τον πυρήνα της εξουσίας, επιλέγει ξανά τις γνώριμες πρακτικές συγκάλυψης.

Και αυτό ίσως είναι το πιο επικίνδυνο στοιχείο της υπόθεσης:

Ότι ολοένα και περισσότεροι πολίτες πιστεύουν πλέον πως στη χώρα υπάρχουν δύο δικαιοσύνες.
Μία για την κοινωνία.Και μία για το σύστημα εξουσίας.