ΟΠΕΚΕΠΕ: Όχι, κύριε Μαρινάκη. Συγγνώμη οφείλει πρώτα η κυβέρνηση - Γράφει ο Πασχάλης Θ. Τόσιος
Το ζήτημα δεν είναι ποιος απαλλάχθηκε και ποιος ερευνάται. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος θα αναλάβει την πολιτική ευθύνη για ένα σκάνδαλο που τραυμάτισε την αξιοπιστία της χώρας, κόστισε ακριβά στους πολίτες και άφησε εκτεθειμένους τους έντιμους αγρότες.
Το ζήτημα δεν είναι ποιος απαλλάχθηκε και ποιος ερευνάται. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος θα αναλάβει την πολιτική ευθύνη για ένα σκάνδαλο που τραυμάτισε την αξιοπιστία της χώρας, κόστισε ακριβά στους πολίτες και άφησε εκτεθειμένους τους έντιμους αγρότες.
Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική που η επικοινωνία οφείλει να υποχωρεί μπροστά στην πραγματικότητα. Και υπάρχουν στιγμές που η πραγματικότητα είναι τόσο συντριπτική, ώστε κάθε προσπάθεια αντιστροφής της μοιάζει περισσότερο με πολιτική αλαζονεία παρά με υπεύθυνη διαχείριση.
Η απαίτηση του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη να ζητήσει συγγνώμη η αντιπολίτευση για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ αποτελεί μία από αυτές τις στιγμές.
Διότι το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν για ορισμένα πρόσωπα η έρευνα κατέληξε σε αρχειοθέτηση ή αν για άλλα συνεχίζεται. Αυτό είναι έργο της Δικαιοσύνης και μόνο εκείνη θα αποφανθεί. Σε ένα κράτος δικαίου, κανείς δεν προδικάζεται και κανείς δεν καταδικάζεται πριν ολοκληρωθούν οι δικαστικές διαδικασίες.
Το μεγάλο πολιτικό γεγονός, όμως, δεν αλλάζει.
Υπάρχει σκάνδαλο στον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Υπάρχει ένα σύστημα διαχείρισης ευρωπαϊκών αγροτικών ενισχύσεων που αποδεδειγμένα λειτούργησε με τρόπο που οδήγησε σε σοβαρές παρατυπίες, σε καταβολή χρημάτων σε μη δικαιούχους και σε βαριές δημοσιονομικές συνέπειες για τη χώρα. Υπάρχουν ευρωπαϊκές έρευνες, υπάρχουν ποινικές διαδικασίες σε εξέλιξη και υπάρχουν δυσβάστακτες οικονομικές επιβαρύνσεις που καλείται να αντιμετωπίσει η Ελλάδα.
Αυτή είναι η ουσία.
Και αυτή η ουσία δεν εξαφανίζεται επειδή μία ή περισσότερες υποθέσεις μπήκαν στο αρχείο.
Ας μην προσπαθεί, λοιπόν, η κυβέρνηση να μετατρέψει μια επικοινωνιακή επιμέρους εξέλιξη σε δήθεν συνολική δικαίωση.
Γιατί το σκάνδαλο δεν το εφηύρε η αντιπολίτευση.
Το σκάνδαλο το αποκάλυψαν οι ευρωπαϊκοί ελεγκτικοί μηχανισμοί. Το ερευνά η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Το πληρώνει ήδη η χώρα με τεράστια πρόστιμα. Και το υφίστανται καθημερινά οι έντιμοι παραγωγοί, που βλέπουν την αξιοπιστία του ελληνικού αγροτικού συστήματος να καταρρέει.
Ακόμη σοβαρότερο είναι το γεγονός ότι οι έρευνες δεν έχουν ολοκληρωθεί.
Μέχρι σήμερα έχουν ερευνηθεί συγκεκριμένες χρονικές περίοδοι. Απομένουν ακόμη κρίσιμα έτη προς διερεύνηση. Θα εξεταστούν και αυτά με την ίδια αυστηρότητα; Θα αποδειχθεί ότι όλα λειτουργούσαν υποδειγματικά από το 2022 έως το 2025; Ή μήπως τότε θα διαπιστωθούν νέα στοιχεία;
Κανείς δεν μπορεί σήμερα να το γνωρίζει.
Γι' αυτό απαιτείται θεσμική σοβαρότητα και όχι πολιτικός πανηγυρισμός.
Η κυβέρνηση διοικεί τη χώρα από το 2019. Επί των ημερών της λειτούργησε ο ΟΠΕΚΕΠΕ. Επί των ημερών της δημιουργήθηκαν οι συνθήκες που σήμερα ερευνώνται. Επί των ημερών της επιβλήθηκαν τα ευρωπαϊκά πρόστιμα. Αυτή είναι μια πολιτική πραγματικότητα που δεν διαγράφεται ούτε με συνεντεύξεις ούτε με επικοινωνιακές επιθέσεις.
Και υπάρχει ακόμη ένα ερώτημα που δεν απαντά κανείς.
Ποιος θα ζητήσει συγγνώμη από τους χιλιάδες έντιμους αγρότες;
Από εκείνους που δήλωναν πραγματικές καλλιέργειες, τηρούσαν τους κανόνες, περίμεναν τις ενισχύσεις τους για να συνεχίσουν την παραγωγή τους και σήμερα βρίσκονται αντιμέτωποι με αβεβαιότητα, καθυστερήσεις και ένα σύστημα που έχει χάσει την αξιοπιστία του.
Ποιος θα ζητήσει συγγνώμη από τους Έλληνες φορολογούμενους, που καλούνται να επωμιστούν το οικονομικό κόστος των παρατυπιών;
Ποιος θα αναλάβει την πολιτική ευθύνη για τη θεσμική απαξίωση ενός οργανισμού που θα έπρεπε να αποτελεί πυλώνα στήριξης του πρωτογενούς τομέα και κατέληξε να απασχολεί την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία;
Αυτά είναι τα πραγματικά ερωτήματα.
Όχι αν η αντιπολίτευση θα ζητήσει συγγνώμη.
Η συγγνώμη προϋποθέτει ότι δεν υπάρχει σκάνδαλο.
Εδώ όμως σκάνδαλο υπάρχει. Το ερευνούν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, το πληρώνει η Ελλάδα και το βιώνει ο αγροτικός κόσμος.
Επομένως, πριν ζητήσει συγγνώμη από οποιονδήποτε η αντιπολίτευση, προηγείται μια άλλη υποχρέωση.
Να εξηγήσει η κυβέρνηση πώς στήθηκε, πώς λειτούργησε και γιατί επί επτά χρόνια δεν απέτρεψε ένα σύστημα που εξέθεσε τη χώρα διεθνώς και τραυμάτισε την εμπιστοσύνη των πραγματικών παραγωγών.
Αυτή είναι η συζήτηση που οφείλει η πολιτεία στους πολίτες.
Και αυτή τη συζήτηση δεν μπορεί να την υποκαταστήσει καμία επικοινωνιακή επίθεση, όσο επιθετική κι αν είναι.
