Όταν η αξιοκρατία σκοντάφτει στην εικόνα του «βολέματος»
Η πολιτική κρίνεται πολλές φορές όχι από όσα επιτρέπει ο νόμος, αλλά από όσα επιλέγουν να πράξουν όσοι τον επικαλούνται.
Η πολιτική κρίνεται πολλές φορές όχι από όσα επιτρέπει ο νόμος, αλλά από όσα επιλέγουν να πράξουν όσοι τον επικαλούνται.
Η υπόθεση της απόσπασης της συζύγου του ευρωβουλευτή του ΠΑΣΟΚ Νικόλα Φαραντούρη στη Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στις Βρυξέλλες δεν είναι, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, μια υπόθεση παρανομίας. Ο ίδιος ο ευρωβουλευτής δηλώνει ότι η επιλογή έγινε με αξιοκρατικά κριτήρια, στη βάση των προσόντων της, ενώ καμία αρμόδια αρχή δεν έχει διαπιστώσει παραβίαση της νομοθεσίας.
Αυτό όμως δεν κλείνει τη συζήτηση. Αντιθέτως, την ανοίγει.
Διότι η κοινωνία δεν ζητά πλέον μόνο να τηρείται ο νόμος. Ζητά οι πολιτικοί να αντιλαμβάνονται ότι η εμπιστοσύνη των πολιτών χτίζεται και από τους συμβολισμούς που εκπέμπουν οι πράξεις τους.
Όταν η σύζυγος ενός εν ενεργεία ευρωβουλευτή αποσπάται σε μια θέση υψηλού κύρους στις Βρυξέλλες, με τις σημαντικές αποδοχές που προβλέπει το καθεστώς υπηρεσίας στο εξωτερικό, δημιουργείται αναπόφευκτα η εικόνα ενός ακόμη «βολέματος». Είτε αυτή η εικόνα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα είτε όχι, το πολιτικό αποτέλεσμα είναι το ίδιο: η κοινωνία αισθάνεται ότι κάποιοι βρίσκονται πάντα πιο κοντά στις ευκαιρίες από τους υπόλοιπους.
Και αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα.
Γιατί οι πολίτες δεν συγκρίνουν βιογραφικά. Συγκρίνουν ευκαιρίες. Αναρωτιούνται πόσοι δημόσιοι υπάλληλοι με αντίστοιχα προσόντα θα είχαν ποτέ την ίδια δυνατότητα. Πόσοι ενημερώθηκαν, πόσοι μπορούσαν να διεκδικήσουν τη συγκεκριμένη θέση και πόσο ανοιχτή ήταν πραγματικά η διαδικασία.
Η πολιτική οφείλει να απαντά σε αυτά τα ερωτήματα πριν ακόμη τα θέσει η κοινωνία.
Η συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή αφορά ένα από τα νεότερα μεταγραφικά και πιο προβεβλημένα στελέχη που επέλεξε να αναδείξει ο Νίκος Ανδρουλάκης. Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να οικοδομήσει την εικόνα ενός κόμματος θεσμικής σοβαρότητας, αξιοκρατίας και διαφορετικής πολιτικής κουλτούρας. Αυτή ακριβώς η εικόνα δοκιμάζεται όταν δημιουργούνται υποθέσεις που, έστω και αν είναι τυπικά νόμιμες, αφήνουν ισχυρή οσμή πολιτικού προνομίου.
Οι πολίτες έχουν κουραστεί να ακούν τη φράση «όλα έγιναν νόμιμα». Την έχουν ακούσει από κυβερνήσεις όλων των αποχρώσεων. Από υπουργούς, βουλευτές, δημάρχους και κάθε λογής αξιωματούχους που επικαλέστηκαν τη νομιμότητα για να υπερασπιστούν επιλογές οι οποίες, τελικά, αποδείχθηκαν πολιτικά επιζήμιες.
Η δημοκρατία, όμως, δεν λειτουργεί μόνο με τον Ποινικό Κώδικα. Λειτουργεί και με την εμπιστοσύνη.
Και η εμπιστοσύνη απαιτεί από όσους ζητούν να κυβερνήσουν τη χώρα να αποφεύγουν ακόμη και την παραμικρή σκιά ευνοιοκρατίας. Να προστατεύουν πρώτοι οι ίδιοι το κύρος των θεσμών, ακόμη και όταν ο νόμος δεν τους υποχρεώνει.
Η υπόθεση Φαραντούρη είναι, τελικά, κάτι περισσότερο από μια διοικητική απόφαση. Είναι μια δοκιμασία πολιτικής αξιοπιστίας. Και ταυτόχρονα ένα μήνυμα προς τον Νίκο Ανδρουλάκη ότι η ανανέωση ενός κόμματος δεν κρίνεται μόνο από τα νέα πρόσωπα που επιλέγει, αλλά κυρίως από τις πρακτικές που αυτά εκφράζουν.
Διότι η κοινωνία δεν ζητά άλλους νόμιμους τρόπους για να αναπαράγονται τα προνόμια. Ζητά πολιτικούς που θα έχουν το θάρρος να αποδεικνύουν καθημερινά ότι η ηθική μπορεί να βρίσκεται πάνω από το βολικό.
Π.Τ
