Συνέδριο ΝΔ: Πολιτική ασυναρτησία, εσωτερικές σκιές και ένας ατελείωτος καθρέφτης αυτοθαυμασμού
Το συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας ολοκληρώθηκε αφήνοντας πίσω του μια εικόνα πολιτικής αμηχανίας, εσωκομματικών υπαινιγμών, υπερβολικού αυτοθαυμασμού και μιας εξουσίας που μοιάζει πλέον πλήρως αποκομμένη από την κοινωνική πραγματικότητα.
Το συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας ολοκληρώθηκε αφήνοντας πίσω του μια εικόνα πολιτικής αμηχανίας, εσωκομματικών υπαινιγμών, υπερβολικού αυτοθαυμασμού και μιας εξουσίας που μοιάζει πλέον πλήρως αποκομμένη από την κοινωνική πραγματικότητα.
Αντί για μια σοβαρή πολιτική συζήτηση γύρω από την ακρίβεια, τη θεσμική κρίση, τη διάλυση της εμπιστοσύνης των πολιτών ή τη γενικευμένη κοινωνική ανασφάλεια, το κυβερνών κόμμα επέλεξε να μετατρέψει το συνέδριό του σε μια σκηνή προσωπικών στρατηγικών, μηχανισμών εξουσίας και επικοινωνιακής αυταρέσκειας.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να αφιερώσει ουσιαστικά το συνέδριο στη διεκδίκηση μιας τρίτης τετραετίας, παρουσιάζοντάς την περίπου ως… εθνική ανάγκη. Μόνο που όταν τέσσερις στους πέντε πολίτες δηλώνουν δυσπιστία απέναντι στην κυβέρνηση, όταν η κοινωνία στενάζει από την ακρίβεια και όταν η δημόσια ζωή δηλητηριάζεται από υποθέσεις παρακολουθήσεων, ατιμωρησίας και διαπλοκής, τέτοιες διακηρύξεις μοιάζουν περισσότερο με πολιτική αγωνία παραμονής στην εξουσία παρά με εθνικό σχέδιο.
Γιατί εθνική ανάγκη σήμερα δεν είναι η πολιτική μακροημέρευση ενος καθεστωτικού συστήματος εξουσίας
Εθνική ανάγκη είναι να απαλλαγεί η χώρα από τη λογική του κράτους-παρακράτους, να σταματήσει η υπονόμευση του κράτους δικαίου, να σπάσει η ασφυκτική σχέση εξουσίας, καρτέλ και ολιγαρχικών συμφερόντων που απομυζούν την κοινωνία και να υπάρξει πραγματική δημοκρατική λογοδοσία.
Το πιο προκλητικό όμως στοιχείο του συνεδρίου ήταν η απόλυτη άρνηση αυτοκριτικής απέναντι στα τεράστια σκάνδαλα που βαραίνουν πλέον την παράταξη.
Ούτε ίχνος πολιτικής συγγνώμης.
Ούτε μία ουσιαστική παραδοχή ευθύνης.
Ούτε η παραμικρή διάθεση αναθεώρησης νοοτροπιών και πρακτικών που οδήγησαν τη χώρα σε μια πρωτοφανή κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στους θεσμούς.
Αντίθετα, κυριάρχησε μια αμετανόητη αλαζονεία εξουσίας. Ένα πολιτικό σύστημα που συμπεριφέρεται σαν να μην συνέβη τίποτα. Σαν να μην υπάρχουν υποθέσεις υποκλοπών, καταγγελίες συγκάλυψης, κρατικοί μηχανισμοί που λειτουργούν υπέρ ισχυρών συμφερόντων και μια κοινωνία που αισθάνεται ότι ο εθνικός πλούτος λεηλατείται συστηματικά προς όφελος λίγων.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, το ίδιο το συνέδριο αποκάλυψε και τις υπόγειες ρωγμές στο εσωτερικό της ΝΔ.
Η διαφοροποίηση του Νίκου Δένδια έδειξε ότι υπάρχουν εμφανείς αποστάσεις από τον στενό μητσοτακικό πυρήνα, ενώ τα διακριτικά αλλά σαφή μηνύματα «σαμαρικής νοσταλγίας» επιβεβαίωσαν ότι κάτω από την επιφάνεια της χειροκροτούμενης ενότητας παραμένουν ενεργές παλιές εσωκομματικές αντιθέσεις.
Την ίδια στιγμή, πρόσωπα που πολιτικά ανδρώθηκαν μέσα από μηχανισμούς εξουσίας και προσωπικές διαδρομές εμφανίστηκαν ως θεματοφύλακες της κομματικής πίστης και της ενότητας. Οι χθεσινοί διασπαστές έγιναν τιμητές της συνοχής. Οι πολιτικοί αλεξιπτωτιστές μετατράπηκαν σε εκφραστές κομματικού πατριωτισμού. Και οι αυλικοί της εξουσίας συμπεριφέρονταν σαν να αποτελούν ιστορικούς ιδεολογικούς πυλώνες της παράταξης.
Από το συνέδριο δεν έλειψαν φυσικά ούτε οι γνωστοί θεατρινισμοί του Άδωνι Γεωργιάδη, που επιχείρησε να εμφανιστεί περίπου ως θύμα πολιτικού «bullying» από την αντιπολίτευση, την ώρα που η ίδια η αντιπολίτευση καταγγέλλει εδώ και χρόνια μηχανισμούς παρακολουθήσεων, στοχοποίησης και λειτουργίας ενός ιδιότυπου κράτους-παρακράτους.
Και μέσα σε όλα αυτά, η εικόνα ενός κόμματος που χειροκροτούσε ασταμάτητα τον εαυτό του. Μια παράταξη κλεισμένη στον καθρέφτη της, που δείχνει να πιστεύει ότι η επικοινωνιακή διαχείριση αρκεί για να εξαφανίσει την κοινωνική δυσαρέσκεια.
Με ελάχιστες εξαιρέσεις στελεχών που προσπάθησαν να μιλήσουν πολιτικά και όχι επικοινωνιακά, το συνέδριο της ΝΔ ολοκληρώθηκε ως ένα μνημείο πολιτικής μικρότητας, αλαζονείας και εσωτερικής ανασφάλειας.
Γιατί άλλο η «οικογενειακή» ανάγκη πολιτικής επιβίωσης του Κυριάκου Μητσοτάκη και άλλο η πραγματική εθνική ανάγκη μιας κοινωνίας που ζητά δικαιοσύνη, διαφάνεια, δημοκρατία και αξιοπρέπεια.
Πασχάλης Θ. Τόσιος
Για τον Καθημερινό Παρατηρητή