Τ' ΑΠΑΡΑΤΗΡΗΤΑ

Όταν η διαπλοκή βαφτίζεται «κανονικότητα»

Σε μια υπόθεση που στιγμάτισε τη χώρα διεθνώς, με παρακολουθήσεις πολιτικών αρχηγών, δημοσιογράφων, υπουργών, δικαστικών και στρατιωτικών στελεχών, η δημόσια συζήτηση θα έπρεπε να περιστρέφεται γύρω από μία και μόνη απαίτηση: Ποιος έδωσε τις εντολές και ποιος κάλυψε το σύστημα;

Σε μια υπόθεση που στιγμάτισε τη χώρα διεθνώς, με παρακολουθήσεις πολιτικών αρχηγών, δημοσιογράφων, υπουργών, δικαστικών και στρατιωτικών στελεχών, η δημόσια συζήτηση θα έπρεπε να περιστρέφεται γύρω από μία και μόνη απαίτηση: Ποιος έδωσε τις εντολές και ποιος κάλυψε το σύστημα;

Η συνέντευξη του Γρηγόρη Δημητριάδη δεν άνοιξε απλώς ξανά τη συζήτηση για το σκάνδαλο των υποκλοπών.
Άνοιξε, ίσως πιο καθαρά από ποτέ, τη συζήτηση για τον πραγματικό μηχανισμό προστασίας της εξουσίας στη χώρα: το πλέγμα πολιτικής, οικονομικής και μιντιακής διαπλοκής που λειτουργεί σαν ασπίδα απέναντι σε κάθε απαίτηση λογοδοσίας.

Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο δεν ήταν μόνο όσα είπε ο άλλοτε ισχυρός άνδρας του Μαξίμου.
Ήταν κυρίως όσα δεν ρωτήθηκαν.

Σε μια υπόθεση που στιγμάτισε τη χώρα διεθνώς, με παρακολουθήσεις πολιτικών αρχηγών, δημοσιογράφων, υπουργών, δικαστικών και στρατιωτικών στελεχών, η δημόσια συζήτηση θα έπρεπε να περιστρέφεται γύρω από μία και μόνη απαίτηση:
Ποιος έδωσε τις εντολές και ποιος κάλυψε το σύστημα;

Αντί γι’ αυτό, ένα μεγάλο τμήμα του φιλοκυβερνητικού μιντιακού μηχανισμού επιδόθηκε σε κάτι πολύ διαφορετικό: στην πολιτική «αποκατάσταση» του πρωταγωνιστή της υπόθεσης και στην επίθεση απέναντι σε όσους συνεχίζουν να ζητούν απαντήσεις.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος.

Γιατί η διαπλοκή δεν είναι μόνο οι επιχειρηματικές σχέσεις με το κράτος, οι δημόσιες συμβάσεις ή τα οικονομικά συμφέροντα.
Διαπλοκή είναι και το οργανωμένο ξέπλυμα της εξουσίας.
Η συστηματική προσπάθεια να παρουσιαστεί ως «υπερβολή», «τοξικότητα» ή «εμμονή της αντιπολίτευσης» κάθε αποκάλυψη που αγγίζει τον πυρήνα της κυβερνητικής λειτουργίας.

Το πιο επικίνδυνο στοιχείο αυτής της περιόδου δεν είναι μόνο τα ίδια τα σκάνδαλα.
Είναι η απόπειρα να συνηθίσει η κοινωνία σε αυτά.
Να θεωρεί φυσιολογικό ότι μια κυβέρνηση παρακολουθεί πολιτικούς αντιπάλους και δημοσιογράφους.
Να θεωρεί φυσιολογικό ότι κρίσιμες υποθέσεις «θάβονται» θεσμικά.
Να θεωρεί φυσιολογικό ότι μεγάλα τμήματα των ΜΜΕ λειτουργούν περισσότερο ως γραφεία υπεράσπισης της εξουσίας παρά ως μηχανισμοί ελέγχου της.

Και ίσως εκεί ακριβώς βρίσκεται το βαθύτερο πολιτικό διακύβευμα.

Όχι μόνο αν θα αποκαλυφθεί πλήρως το σκάνδαλο των υποκλοπών.
Αλλά αν η χώρα θα συνεχίσει να διολισθαίνει σε ένα μοντέλο όπου η θεσμική εκτροπή βαφτίζεται «σταθερότητα» και η σιωπή παρουσιάζεται ως «υπευθυνότητα».

Γιατί σε κάθε ιστορική περίοδο υπήρχαν πάντα δύο πλευρές:
εκείνοι που ζητούσαν διαφάνεια, λογοδοσία και δημοκρατικό έλεγχο και εκείνοι που λειτουργούσαν ως σωματοφύλακες της εξουσίας, επιχειρώντας να προστατεύσουν το σύστημα από κάθε ενοχλητική αλήθεια.

Και τελικά, η πραγματική διαχωριστική γραμμή δεν είναι ανάμεσα σε κόμματα.
Είναι ανάμεσα σε όσους θεωρούν τη δημοκρατία πεδίο λογοδοσίας και σε όσους τη θεωρούν μηχανισμό ελέγχου της κοινωνίας.


Καθημερινός Παρατηρητής