Τ' ΑΠΑΡΑΤΗΡΗΤΑ

Το νηστικό αρκούδι και οι διαχειριστές της εξουσίας

Παρακολουθώντας κανείς με προσοχή τα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα στον Νομό Σερρών, δύσκολα αποφεύγει ένα ολοένα και πιο επίμονο συμπέρασμα: οι διαχειριστές της εξουσίας δείχνουν να επενδύουν περισσότερο στη διαχείριση της εικόνας παρά στην ουσία της πολιτικής.

Παρακολουθώντας κανείς με προσοχή τα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα στον Νομό Σερρών, δύσκολα αποφεύγει ένα ολοένα και πιο επίμονο συμπέρασμα: οι διαχειριστές της εξουσίας δείχνουν να επενδύουν περισσότερο στη διαχείριση της εικόνας παρά στην ουσία της πολιτικής.

Και κάπου εκεί, η παλιά λαϊκή φράση αποκτά σχεδόν ανατριχιαστική πολιτική επικαιρότητα:«Το νηστικό αρκούδι χορεύει».

Μόνο που σήμερα το αρκούδι δεν χορεύει από χαρά.
Χορεύει από ανάγκη.Χορεύει γιατί η κοινωνία έχει κουραστεί, πιεστεί οικονομικά και εκπαιδευτεί να συμβιβάζεται με τα λίγα, αρκεί να συνοδεύονται από λίγη μουσική, λίγο θέαμα και μια πρόσκαιρη ψευδαίσθηση ευφορίας.

Οι διαχειριστές της εξουσίας φαίνεται πως έχουν κατανοήσει άριστα αυτή τη συνθήκη. Και πάνω σε αυτήν οικοδομούν μια ολόκληρη πολιτική πρακτική.
Μια πολιτική όπου τα πανηγύρια, οι συναυλίες, οι δημόσιες φιέστες και οι «γιορτές εξωστρέφειας» λειτουργούν ως επικοινωνιακό πέπλο που καλύπτει αδυναμίες, αποτυχίες και τη βαθιά απουσία στρατηγικού σχεδίου για τον τόπο.

Γιατί πίσω από τα φώτα των εκδηλώσεων, η πραγματικότητα παραμένει αμείλικτη.

Ο Νομός Σερρών συνεχίζει να χάνει νέους ανθρώπους.
Η τοπική οικονομία παραμένει ασθενική.
Η πόλη αδυνατεί να αποκτήσει ουσιαστική ταυτότητα ανάπτυξης.
Δεν υπάρχει συνεκτικό αναπτυξιακό πλαίσιο.
Δεν υπάρχει σοβαρό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Δεν υπάρχει στρατηγική προσέλκυσης επενδύσεων, επισκεπτών και τουριστών με διάρκεια και προοπτική.

Κι όμως, αντί να ανοίγει μια ουσιαστική συζήτηση για όλα αυτά, η πολιτική συχνά επιλέγει τον εύκολο δρόμο του θεάματος.

Περισσότερες εκδηλώσεις.Περισσότερες πίστες.Περισσότερες δημόσιες σχέσεις.
Περισσότερες φωτογραφίες επισήμων .

Σαν να επιχειρείται μέσα από τον θόρυβο της διασκέδασης να καλυφθεί η σιωπή της ανυπαρξίας έργου.

Και φυσικά προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα:Πόσο κοστίζει τελικά αυτή η πολιτική του θεάματος;

Γιατί όταν μεγάλα ποσά δημοτικού και δημόσιου χρήματος διοχετεύονται διαρκώς σε εκδηλώσεις, υπερπαραγωγές και επικοινωνιακές φιέστες, η κοινωνία δικαιούται να ρωτά ποιο είναι το πραγματικό ανταποδοτικό όφελος για τον τόπο.

Αναπτύχθηκε η περιοχή;
Αυξήθηκε ο σταθερός τουρισμός;
Δημιουργήθηκαν θέσεις εργασίας;
Έμειναν νέοι άνθρωποι στον τόπο τους;
Απέκτησαν οι Σέρρες μια εξωστρεφή οικονομική ταυτότητα;

Ή μήπως τελικά αυτό που οικοδομείται δεν είναι ένα μοντέλο ανάπτυξης, αλλά ένα πλέγμα πελατειακών σχέσεων, εξαρτήσεων και πολιτικής επιβίωσης γύρω από τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος;

Γιατί όταν η πολιτική μετατρέπεται σε μηχανισμό διανομής δημοσίων σχέσεων, τότε οι εκδηλώσεις παύουν να είναι πολιτισμός και γίνονται εργαλείο αναπαραγωγής εξουσίας.

Και έτσι διαμορφώνεται σιωπηλά ένα επικίνδυνο κοινωνικό μοντέλο:
Τα λεφτά για τους λίγους, τα πανηγύρια για τους πολλούς.

Το πρόβλημα φυσικά δεν είναι η μουσική, η παράδοση ή η ανάγκη του κόσμου να διασκεδάσει. Το πανηγύρι ήταν πάντοτε κομμάτι της λαϊκής κουλτούρας.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν το πανηγύρι γίνεται υποκατάστατο πολιτικής.
Όταν χρησιμοποιείται για να αποσπά την προσοχή από όσα δεν έγιναν.
Από όσα δεν σχεδιάστηκαν ποτέ.
Από όσα βολικά μετατίθενται πάντα για αργότερα.

Γιατί τότε η πολιτική παύει να υπηρετεί τον πολίτη και αρχίζει να διαχειρίζεται τη σιωπή του.

Και ίσως αυτή να είναι η πιο σκοτεινή πλευρά της εποχής μας:
ότι το «νηστικό αρκούδι» δεν μαθαίνει απλώς να χορεύει.
Μαθαίνει σιγά σιγά να χειροκροτεί κιόλας εκείνους που το κρατούν νηστικό.

Γράφει ο Παρατηρητικός