Πανικός και συγκάλυψη -Ο φόβος της μυστικής κάλπης για Λιβανό και Αραμπατζή
Στο Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζουν καλά πως η συζήτηση για Προανακριτική Επιτροπή δεν είναι μια απλή κοινοβουλευτική διαδικασία. Είναι μια πολιτική νάρκη. Γιατί κάθε νέα δικογραφία, κάθε νέο όνομα, κάθε αναφορά της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας διαλύει λίγο ακόμη το αφήγημα περί «ηθικού πλεονεκτήματος» και «άριστης διακυβέρνησης».
Στο Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζουν καλά πως η συζήτηση για Προανακριτική Επιτροπή δεν είναι μια απλή κοινοβουλευτική διαδικασία. Είναι μια πολιτική νάρκη. Γιατί κάθε νέα δικογραφία, κάθε νέο όνομα, κάθε αναφορά της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας διαλύει λίγο ακόμη το αφήγημα περί «ηθικού πλεονεκτήματος» και «άριστης διακυβέρνησης».
Η συζήτηση για Προανακριτική Επιτροπή γύρω από τα ονόματα των Σπήλιου Λιβανού και Φωτεινής Αραμπατζή δεν είναι για το Μαξίμου μια τυπική κοινοβουλευτική διαδικασία. Είναι μια πολιτική απειλή με απρόβλεπτες συνέπειες. Γιατί η κυβέρνηση γνωρίζει καλά ότι κάθε νέα δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, κάθε νέο στοιχείο, κάθε νέα αναφορά σε πολιτικά πρόσωπα, δεν τραυματίζει απλώς την εικόνα της· αποκαλύπτει σταδιακά έναν μηχανισμό εξουσίας που λειτούργησε με όρους πολιτικής προστασίας, ελέγχου και συγκάλυψης.
Και αυτό ακριβώς είναι που προκαλεί νευρικότητα στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας. Η μυστική ψηφοφορία τρομάζει το Μαξίμου περισσότερο από την ίδια τη δικογραφία. Γιατί στην κλειστή κάλπη δεν υπάρχουν κάμερες, επικοινωνιακά σόου και κομματικές κορώνες. Εκεί μένει μόνο η πολιτική συνείδηση και ο φόβος του πολιτικού κόστους. Και πολλοί βουλευτές αντιλαμβάνονται πλέον ότι η κοινωνία έχει κουραστεί να παρακολουθεί το ίδιο έργο: σκάνδαλο, άρνηση, επικοινωνιακή διαχείριση και τελικά συγκάλυψη.
Για μήνες κυβερνητικά στελέχη εμφανίζονταν σχεδόν προκλητικά βέβαια ότι «δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν». Όμως κάθε φορά που τίθεται θέμα ουσιαστικής διερεύνησης, κάθε φορά που εμφανίζεται η λέξη «Προανακριτική», η αυτοπεποίθηση εξαφανίζεται και δίνει τη θέση της σε υπόγειες πιέσεις, παρασκηνιακές διαρροές και αγωνιώδεις υπολογισμούς. Αν πράγματι δεν υπάρχει τίποτα να κρυφτεί, τότε γιατί τέτοιος πανικός απέναντι σε μια κανονική κοινοβουλευτική διαδικασία;
Το πρόβλημα του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι βαθύτερο από μια ακόμη πολιτική κρίση. Η κυβέρνηση έχει εγκλωβιστεί στις ίδιες της τις επιλογές. Αν αποδεχθεί Προανακριτική για Λιβανό και Αραμπατζή, ουσιαστικά ακυρώνει τη στάση που κράτησε στις προηγούμενες περιπτώσεις και εκθέτει όλη τη στρατηγική προστασίας που ακολουθήθηκε. Αν επιχειρήσει ξανά να μπλοκάρει τη διαδικασία, θα ενισχύσει ακόμη περισσότερο την πεποίθηση της κοινωνίας ότι λειτουργεί ως μηχανισμός συγκάλυψης πολιτικών ευθυνών.
Και κάπου εκεί καταρρέει ολόκληρο το επικοινωνιακό οικοδόμημα της «ηθικής υπεροχής». Γιατί η εικόνα που σχηματίζεται πλέον δεν είναι μιας κυβέρνησης σίγουρης για την αθωότητά της. Είναι η εικόνα μιας εξουσίας φοβισμένης, αλαζονικής και βαθιά εξαρτημένης από τον έλεγχο των θεσμών και της πληροφορίας. Μιας κυβέρνησης που μοιάζει να φοβάται περισσότερο την ίδια τη διαδικασία της διερεύνησης παρά τις ίδιες τις καταγγελίες.
Και αυτό είναι ίσως το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο της υπόθεσης.
Γιατί όταν μια κυβέρνηση αρχίζει να τρέμει ακόμη και την κάλπη της Βουλής, τότε το πρόβλημα δεν είναι πια επικοινωνιακό. Είναι βαθιά πολιτικό και ηθικό. Και τότε η κοινωνία αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι πίσω από το γυαλιστερό περιτύλιγμα της «σταθερότητας» μπορεί τελικά να κρύβεται ένα κουρασμένο σύστημα εξουσίας που παλεύει απεγνωσμένα να κρατήσει κλειστούς τους φακέλους πριν ανοίξουν πόρτες που δεν θα μπορεί πλέον να ελέγξει.