Το μεγάλο πάρτι της Ενέργειας – Τα κέρδη γράφονται στους ισολογισμούς, ο λογαριασμός έρχεται στα σπίτια μας
Μετά τα δισεκατομμύρια των τραπεζών, οι αριθμοί των ενεργειακών ομίλων αποκαλύπτουν μια άλλη Ελλάδα: επιχειρηματικοί κολοσσοί συσσωρεύουν τεράστια κερδοφορία και οι πολίτες εξακολουθούν να πληρώνουν πανάκριβο ρεύμα. Και κάπου ανάμεσα βρίσκεται ένα κράτος που επιδοτεί, φορολογεί και… παρακολουθεί. - Γράφει ο Πασχάλης Θ. Τόσιος
Μετά τα δισεκατομμύρια των τραπεζών, οι αριθμοί των ενεργειακών ομίλων αποκαλύπτουν μια άλλη Ελλάδα: επιχειρηματικοί κολοσσοί συσσωρεύουν τεράστια κερδοφορία και οι πολίτες εξακολουθούν να πληρώνουν πανάκριβο ρεύμα. Και κάπου ανάμεσα βρίσκεται ένα κράτος που επιδοτεί, φορολογεί και… παρακολουθεί. - Γράφει ο Πασχάλης Θ. Τόσιος
Αν θέλει κανείς να καταλάβει τι πραγματικά συμβαίνει στην ελληνική οικονομία, ίσως πρέπει για λίγο να αφήσει στην άκρη τις κυβερνητικές ανακοινώσεις για ανάπτυξη, επενδυτική βαθμίδα και «ισχυρή οικονομία» και να κάνει κάτι πολύ απλούστερο: να ακολουθήσει το χρήμα.
Εκεί, μακριά από τις πολιτικές διακηρύξεις και κοντά στους ισολογισμούς, η εικόνα γίνεται πολύ πιο καθαρή.
Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες έφτασαν σε κέρδη περίπου 2,5 δισεκατομμυρίων ευρώ μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2026. Πρόκειται για μια εντυπωσιακή επίδοση, ιδιαίτερα αν τη δει κανείς μέσα στην πραγματικότητα μιας χώρας όπου χιλιάδες δανειολήπτες εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωποι με υψηλές δόσεις, servicers, funds και τον φόβο του πλειστηριασμού.
Και πριν ακόμη στεγνώσει το μελάνι από τα αποτελέσματα των τραπεζών, ήρθαν οι ανακοινώσεις των ενεργειακών ομίλων για να συμπληρώσουν την εικόνα.
Η ΔΕΗ ανακοίνωσε προσαρμοσμένο EBITDA 1,2 δισ. ευρώ για το πρώτο εξάμηνο του 2026. Η HELLENiQ ENERGY ανακοίνωσε συγκρίσιμα EBITDA 734 εκατ. ευρώ και συγκρίσιμα καθαρά κέρδη 393 εκατ. ευρώ.
Προφανώς δεν πρόκειται για τα ίδια λογιστικά μεγέθη και οποιαδήποτε σοβαρή δημοσιογραφική προσέγγιση οφείλει να το ξεκαθαρίζει. Τα καθαρά κέρδη των τραπεζών δεν μπορούν να συγκρίνονται ευθέως με το EBITDA μιας ενεργειακής εταιρείας.
Όμως εδώ δεν εξετάζουμε ένα λογιστικό σεμινάριο.
Εξετάζουμε την κατεύθυνση του χρήματος.
Και αυτή είναι δύσκολο να αγνοηθεί.
Την ίδια περίοδο που στους ισολογισμούς των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων καταγράφονται εκατοντάδες εκατομμύρια και δισεκατομμύρια ευρώ λειτουργικής κερδοφορίας, ο πολίτης εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την ηλεκτρική ενέργεια ως έναν από τους πιο απρόβλεπτους λογαριασμούς του οικογενειακού προϋπολογισμού.
Μόνο τον Ιούλιο η μέση χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας για τις πρώτες είκοσι ημέρες του μήνα είχε φτάσει στα 113,29 ευρώ ανά μεγαβατώρα, καταγράφοντας αύξηση σχεδόν 22% σε σχέση με τον Ιούνιο.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η συζήτηση παύει να αφορά αποκλειστικά την επιχειρηματικότητα και αρχίζει να αφορά την πολιτική.
Γιατί ασφαλώς μια επιχείρηση πρέπει να έχει κέρδη. Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να υποστηρίξει το αντίθετο. Το ερώτημα όμως είναι διαφορετικό: πώς γίνεται μια αγορά βασικού κοινωνικού αγαθού να παράγει τόσο ισχυρές οικονομικές επιδόσεις στην κορυφή της και ταυτόχρονα να απαιτεί συνεχή κρατική παρέμβαση για να μπορέσει ο καταναλωτής να πληρώσει το προϊόν της;
Κάπου εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση του ελληνικού ενεργειακού μοντέλου.
Όταν η αγορά λειτουργεί και οι εταιρείες καταγράφουν υψηλή κερδοφορία, ακούμε για ελεύθερο ανταγωνισμό, επενδύσεις και υγιή επιχειρηματικότητα. Όταν όμως οι τιμές εκτινάσσονται και οι λογαριασμοί αρχίζουν να γονατίζουν τα νοικοκυριά, τότε εμφανίζεται το κράτος για να επιδοτήσει.
Μόνο που το κράτος δεν διαθέτει κάποιο μαγικό ταμείο.
Τα χρήματα που μοιράζει προέρχονται, άμεσα ή έμμεσα, από την ίδια την κοινωνία.
Έτσι δημιουργείται ένας εξαιρετικά βολικός μηχανισμός: ο πολίτης πληρώνει πρώτα ως καταναλωτής και στη συνέχεια ως φορολογούμενος, για να χρηματοδοτηθεί η επιδότηση που θα του επιστραφεί ως «κρατική στήριξη».
Η επιδότηση, επομένως, δεν εξαφανίζει το κόστος. Απλώς αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αυτό φτάνει στην τσέπη μας.
Και εδώ ακριβώς πρέπει να αρχίσει μια πολύ σοβαρότερη συζήτηση από αυτή που γίνεται μέχρι σήμερα.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πόσα ευρώ θα επιδοτηθεί τον επόμενο μήνα ένα τιμολόγιο. Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί, ύστερα από τόσα χρόνια ενεργειακών μεταρρυθμίσεων, απελευθέρωσης της αγοράς και νέων μηχανισμών τιμολόγησης, ο πολίτης εξακολουθεί να χρειάζεται επιδότηση για να πληρώσει ένα βασικό αγαθό.
Και τότε εμφανίζονται οι ισολογισμοί.
Δεν αποδεικνύουν από μόνοι τους ούτε παρανομία ούτε αισχροκέρδεια. Αυτό πρέπει να είναι απολύτως σαφές.
Αποκαλύπτουν όμως κάτι που πολιτικά είναι εξίσου σημαντικό: ότι μέσα σε μια αγορά στην οποία ο καταναλωτής ζει με χρωματιστά τιμολόγια, μεταβαλλόμενες χρεώσεις, επιδοτήσεις και συνεχή αγωνία για την επόμενη τιμή της κιλοβατώρας, υπάρχουν επιχειρηματικοί όμιλοι που μπορούν να εμφανίζουν εξαιρετικά ισχυρά οικονομικά αποτελέσματα.
Και τότε το αυτονόητο ερώτημα είναι αναπόφευκτο:
Αν μέσα στο ενεργειακό σύστημα παράγεται τόσος πλούτος, γιατί ο τελικός καταναλωτής παραμένει ο πιο αδύναμος κρίκος του;
Η απάντηση δεν μπορεί να αναζητηθεί μόνο στις διεθνείς αγορές, στο φυσικό αέριο, στον καιρό ή στη γεωπολιτική.
Πρέπει να αναζητηθεί και στον τρόπο με τον οποίο έχει στηθεί η ίδια η αγορά.
Στους κανόνες της.
Στον τρόπο σχηματισμού των τιμών.
Στη φορολογία.
Στις επιδοτήσεις.
Στην εποπτεία.
Και κυρίως στην πολιτική βούληση να ελεγχθεί πραγματικά τι συμβαίνει από την παραγωγή μέχρι τον τελικό λογαριασμό.
Γιατί η αγορά δεν είναι φυσικό φαινόμενο.
Δεν είναι καύσωνας, σεισμός ή καταιγίδα.
Οι αγορές λειτουργούν με κανόνες και οι κανόνες θεσπίζονται από κυβερνήσεις και κοινοβούλια. Κάποιος αποφασίζει πώς διαμορφώνεται το πλαίσιο, ποιος φορολογείται, ποιος επιδοτείται, πόσο αυστηροί είναι οι έλεγχοι και ποιος αναλαμβάνει τελικά το κόστος όταν το σύστημα αρχίζει να παράγει κοινωνική πίεση.
Γι' αυτό και η κυβέρνηση δεν μπορεί να εμφανίζεται απλώς ως θεατής των εξελίξεων.Είναι μέρος της εξίσωσης.
Το ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι το έργο θυμίζει έντονα όσα συμβαίνουν στον τραπεζικό χώρο.
Άλλος κλάδος, διαφορετικοί μηχανισμοί, διαφορετικοί ισολογισμοί. Όμως το κοινωνικό αποτέλεσμα παρουσιάζει μια παράξενη ομοιότητα.
Οι τράπεζες καταγράφουν κέρδη δισεκατομμυρίων, ενώ στην άλλη πλευρά υπάρχουν δανειολήπτες που παλεύουν με επιτόκια, funds και servicers.
Οι ενεργειακές επιχειρήσεις παρουσιάζουν ιδιαίτερα ισχυρές οικονομικές επιδόσεις, ενώ στην άλλη πλευρά νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις περιμένουν κάθε μήνα να δουν πόσο θα κοστίσει το ρεύμα.
Δεν σημαίνει ότι οι δύο περιπτώσεις είναι οικονομικά ίδιες.
Σημαίνει όμως ότι αρχίζει να διακρίνεται ένα πολύ συγκεκριμένο μοντέλο:η μεγάλη κερδοφορία συγκεντρώνεται ψηλά, ενώ το κόστος διαχέεται προς τα κάτω.
Και όταν το κόστος γίνεται κοινωνικά δυσβάσταχτο, επιστρατεύεται το Δημόσιο για να καλύψει μέρος του.
Έτσι καταλήγουμε σε μια οικονομία όπου η αγορά παραμένει ιδιωτική όταν μοιράζονται τα κέρδη, αλλά θυμάται το κράτος όταν πρέπει να μοιραστούν οι ζημιές και τα βάρη.
Δεν είναι τυχαίο ότι στην Ευρώπη επανέρχεται η συζήτηση για τη φορολόγηση των έκτακτων ενεργειακών κερδών. Η ίδια η συζήτηση αποδεικνύει ότι το πρόβλημα είναι πραγματικό: σε περιόδους μεγάλων ενεργειακών αναταράξεων μπορεί να πραγματοποιούνται τεράστιες μεταφορές πλούτου, ενώ το κόστος καταλήγει στα νοικοκυριά, τις επιχειρήσεις και τους δημόσιους προϋπολογισμούς.
Και ίσως εδώ βρίσκεται αυτό που πραγματικά πρέπει να διερευνηθεί στην Ελλάδα.
Όχι με συνθήματα.Με στοιχεία.
Πόσα χρήματα έχουν καταβληθεί συνολικά τα τελευταία χρόνια για ενεργειακές επιδοτήσεις;
Από πού προήλθαν;
Πόσο αυξήθηκε η κερδοφορία των μεγάλων ομίλων την ίδια περίοδο;
Πόσα χρήματα διανεμήθηκαν σε μερίσματα;
Ποια ήταν η πραγματική φορολόγηση των έκτακτων κερδών;
Πόσο μειώθηκε τελικά ο λογαριασμός του πολίτη;
Και, πάνω απ' όλα, ποιος βγήκε πραγματικά κερδισμένος από ολόκληρο το μοντέλο;
Αυτά είναι τα ερωτήματα ενός πραγματικά αποκαλυπτικού ρεπορτάζ.
Γιατί αν ακολουθήσουμε το χρήμα, οι αριθμοί αρχίζουν να διηγούνται τη δική τους ιστορία.
Περίπου 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ κέρδη για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες σε ένα εξάμηνο. Προσαρμοσμένο EBITDA 1,2 δισ. για τη ΔΕΗ. Συγκρίσιμα EBITDA 734 εκατ. για τη HELLENiQ ENERGY. Και την ίδια στιγμή μια χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας που μέσα σε έναν μήνα μπορεί να καταγράφει άνοδο σχεδόν 22%.
Πίσω όμως από τους αριθμούς υπάρχει κάτι που δεν χωρά εύκολα στους ισολογισμούς.
Υπάρχει ο συνταξιούχος που σκέφτεται αν θα ανοίξει το κλιματιστικό μέσα στον καύσωνα.
Η οικογένεια που περιμένει τον επόμενο λογαριασμό.
Ο μικρός επαγγελματίας που βλέπει το ενεργειακό κόστος να εξαφανίζει το περιθώριο κέρδους του.
Ο εργαζόμενος που ακούει κάθε μέρα ότι η χώρα αναπτύσσεται, αλλά στο τέλος του μήνα κάνει ξανά και ξανά την ίδια αριθμητική για να αποφασίσει ποια υποχρέωση θα πληρώσει πρώτη.
Αυτός είναι ο άνθρωπος που απουσιάζει από τις πανηγυρικές παρουσιάσεις των οικονομικών αποτελεσμάτων.
Και αυτός είναι ο άνθρωπος που πρέπει να επιστρέψει στο κέντρο της συζήτησης.
Γιατί το μεγαλύτερο σκάνδαλο μιας οικονομίας δεν είναι πάντα κάτι κρυφό. Δεν χρειάζεται υποχρεωτικά μυστικούς λογαριασμούς και βαλίτσες με χρήματα.
Μερικές φορές βρίσκεται απολύτως νόμιμα μπροστά στα μάτια μας.
Στους ισολογισμούς.
Στα μερίσματα.
Στις επιδοτήσεις.
Στους λογαριασμούς.
Στον τρόπο με τον οποίο μοιράζεται ο πλούτος που παράγεται.
Και τότε η μεγάλη εικόνα γίνεται εξαιρετικά απλή:οι ισολογισμοί γεμίζουν, το κράτος επιδοτεί και ο πολίτης συνεχίζει να πληρώνει.
Δεν είναι κάποιο «αόρατο χέρι».
Είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων κανόνων, συγκεκριμένων αποφάσεων και συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών.
Και γι' αυτές τις επιλογές υπάρχουν ονόματα, υπογραφές και ευθύνες.
