Χρέη-θηλιά 51,78 δισ. ευρώ στον ΕΦΚΑ: Αγρότες και μικρομεσαίοι βυθίζονται στην απόγνωση
Η κυβέρνηση εμφανίζεται να πανηγυρίζει για δείκτες και πλεονάσματα, την ίδια στιγμή που η πραγματική αγορά στενάζει. Ο αγρότης που παλεύει με το πανάκριβο κόστος παραγωγής, το ρεύμα, τα καύσιμα και τις ζωοτροφές, ο μικροεπαγγελματίας που βλέπει τον τζίρο να συρρικνώνεται και τα λουκέτα να πληθαίνουν, δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις ασφαλιστικές υποχρεώσεις που συσσωρεύονται σαν χιονοστιβάδα.
Η κυβέρνηση εμφανίζεται να πανηγυρίζει για δείκτες και πλεονάσματα, την ίδια στιγμή που η πραγματική αγορά στενάζει. Ο αγρότης που παλεύει με το πανάκριβο κόστος παραγωγής, το ρεύμα, τα καύσιμα και τις ζωοτροφές, ο μικροεπαγγελματίας που βλέπει τον τζίρο να συρρικνώνεται και τα λουκέτα να πληθαίνουν, δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις ασφαλιστικές υποχρεώσεις που συσσωρεύονται σαν χιονοστιβάδα.
Την ώρα που η κυβέρνηση διαφημίζει «ισχυρή οικονομία», «ανάπτυξη» και «δημοσιονομική σταθερότητα», η πραγματική εικόνα στην κοινωνία αποτυπώνεται με τον πιο σκληρό τρόπο στα χρέη προς τον ΕΦΚΑ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Αλέξης Μητρόπουλος και η ΕΝΥΠΕΚΚ, οι οφειλές αγροτών, ελεύθερων επαγγελματιών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων εκτοξεύθηκαν στα 51,78 δισεκατομμύρια ευρώ, με την αύξηση μέσα σε ένα μόλις τρίμηνο να προσεγγίζει το μισό δισεκατομμύριο ευρώ.
Πίσω από τους αριθμούς, όμως, κρύβεται μια κοινωνική τραγωδία που η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιλέγει είτε να αγνοεί είτε να αντιμετωπίζει με ψυχρούς λογιστικούς όρους. Περίπου 300.000 ασφαλισμένοι παραμένουν αποκλεισμένοι από τη σύνταξη, επειδή αδυνατούν να εξοφλήσουν τις οφειλές τους στον ΕΦΚΑ. Πρόκειται για ανθρώπους που εργάστηκαν δεκαετίες, πλήρωσαν εισφορές, κράτησαν ζωντανή την ύπαιθρο και την μικρομεσαία οικονομία, αλλά σήμερα βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε έναν μηχανισμό οικονομικής και κοινωνικής εξόντωσης.
Η κυβέρνηση εμφανίζεται να πανηγυρίζει για δείκτες και πλεονάσματα, την ίδια στιγμή που η πραγματική αγορά στενάζει. Ο αγρότης που παλεύει με το πανάκριβο κόστος παραγωγής, το ρεύμα, τα καύσιμα και τις ζωοτροφές, ο μικροεπαγγελματίας που βλέπει τον τζίρο να συρρικνώνεται και τα λουκέτα να πληθαίνουν, δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις ασφαλιστικές υποχρεώσεις που συσσωρεύονται σαν χιονοστιβάδα.
Κι όμως, αντί για ουσιαστική ανακούφιση, η κυβέρνηση επιλέγει τη γνωστή συνταγή της πίεσης και της εισπρακτικής αυστηρότητας. Οι ρυθμίσεις που παρουσιάζονται ως «δεύτερη ευκαιρία» συνοδεύονται από τόσο σκληρές προϋποθέσεις, που για χιλιάδες ασφαλισμένους είναι πρακτικά ανεφάρμοστες. Άρση τραπεζικού απορρήτου, απειλές κατασχέσεων, υψηλές παρακρατήσεις από τη μελλοντική σύνταξη και ένας διαρκής εκβιασμός συμμόρφωσης συνθέτουν ένα ασφυκτικό περιβάλλον.
Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση αποφεύγει πεισματικά να ανοίξει σοβαρά τη συζήτηση για μια νέα γενναία ρύθμιση. Το αίτημα για επαναφορά των 120 δόσεων και για διαγραφή μεγάλου μέρους των προσαυξήσεων επανέρχεται ολοένα και πιο έντονα από επαγγελματικούς και κοινωνικούς φορείς, καθώς θεωρείται πλέον η μοναδική ρεαλιστική διέξοδος για εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο οξύμωρη όταν η ίδια κυβέρνηση που εμφανίζεται αμείλικτη απέναντι στους αδύναμους, επιδεικνύει τεράστια πολιτική ανοχή απέναντι σε μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, τραπεζικά υπερκέρδη και ενεργειακά καρτέλ. Για τον μικρό αγρότη και τον επαγγελματία υπάρχουν μόνο κατασχέσεις και αδιέξοδο. Για τους ισχυρούς, πάντα βρίσκεται ένας μηχανισμός προστασίας.
Η Ελλάδα του 2026 εμφανίζεται έτσι με μια θλιβερή ευρωπαϊκή πρωτιά: χιλιάδες άνθρωποι να μην μπορούν να πάρουν σύνταξη επειδή χρωστούν στο ίδιο το κράτος που επί χρόνια αδυνατούσε να δημιουργήσει ένα βιώσιμο και δίκαιο ασφαλιστικό σύστημα. Ένα κράτος που ζητά συνεχώς περισσότερα από εκείνους που έχουν ολοένα και λιγότερα.
Και όσο η κυβέρνηση επιμένει να αντιμετωπίζει το πρόβλημα ως απλό δημοσιονομικό μέγεθος και όχι ως κοινωνική βόμβα, τα χρέη θα διογκώνονται, οι μικρομεσαίοι θα εξοντώνονται και η ύπαιθρος θα ερημώνει ακόμη περισσότερο.
Πασχάλης Θ. Τόσιος
Σύμβουλος Έκδοσης – Καθημερινός Παρατηρητής