Από την “έκτακτη ανάγκη” στο κράτος των απευθείας αναθέσεων -Το μεγάλο πάρτι των 12,7 δισ. ευρώ και η κανονικοποίηση του πελατειακού κράτους
Οι απευθείας αναθέσεις υπήρχαν πάντοτε στη νομοθεσία. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας όμως ήταν εκείνη που, μέσω των αλλαγών του 2021 στον Ν.4412/2016, χαλάρωσε τις ασφαλιστικές δικλείδες, αύξησε τα όρια και διεύρυνε θεαματικά τη χρήση τους σε ολόκληρο το Δημόσιο.
Οι απευθείας αναθέσεις υπήρχαν πάντοτε στη νομοθεσία. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας όμως ήταν εκείνη που, μέσω των αλλαγών του 2021 στον Ν.4412/2016, χαλάρωσε τις ασφαλιστικές δικλείδες, αύξησε τα όρια και διεύρυνε θεαματικά τη χρήση τους σε ολόκληρο το Δημόσιο.
Τις τελευταίες ημέρες, με αφορμή τον πολιτικό πόλεμο που έχει ξεσπάσει ανάμεσα στη δημοτική αρχή του Δήμου Σερρών και την αντιπολίτευση για το ποιος έκανε τις περισσότερες απευθείας αναθέσεις, δέχθηκα δεκάδες μηνύματα και ερωτήματα από πολίτες.
«Τελικά τι συμβαίνει με τις απευθείας αναθέσεις;»,
«Πόσα χρήματα έχουν δοθεί συνολικά στην Ελλάδα;»,
«Είναι νόμιμες ή απλώς πολιτικά προκλητικές;».
Απαντώ λοιπόν ευθέως στα ερωτήματά σας: το πρόβλημα δεν είναι μόνο τοπικό. Είναι πανελλαδικό, βαθιά πολιτικό και αφορά πλέον τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η διαχείρηση του δημοσιού χρήματος στη χώρα.
Η πανδημία υπήρξε μια πρωτοφανής κρίση. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι εκείνη την περίοδο το κράτος έπρεπε να κινηθεί γρήγορα, να πάρει άμεσες αποφάσεις και να λειτουργήσει με ευελιξία απέναντι σε μια συνθήκη έκτακτης ανάγκης.
Όμως στην Ελλάδα της κυβέρνησης Μητσοτάκη, η “έκτακτη ανάγκη” μετατράπηκε σταδιακά σε πολιτικό εργαλείο μόνιμης διαχείρισης δημόσιου χρήματος.
Και κάπως έτσι, ένα θεσμικό εργαλείο που είχε εξαιρετικό χαρακτήρα, μετατράπηκε σε κανονικότητα.
Οι απευθείας αναθέσεις υπήρχαν πάντοτε στη νομοθεσία. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας όμως ήταν εκείνη που, μέσω των αλλαγών του 2021 στον Ν.4412/2016, χαλάρωσε τις ασφαλιστικές δικλείδες, αύξησε τα όρια και διεύρυνε θεαματικά τη χρήση τους σε ολόκληρο το Δημόσιο.
Επισήμως όλα έγιναν στο όνομα της “ταχύτητας”, της “ευελιξίας” και της “αποτελεσματικότητας”.
Στην πράξη όμως άνοιξε η πόρτα σε ένα τεράστιο σύστημα διαχείρισης δημόσιου χρήματος με περιορισμένο ανταγωνισμό, αδύναμους ελέγχους και εξαιρετικά χαμηλή πολιτική λογοδοσία.
Τα ίδια τα στοιχεία είναι συγκλονιστικά.
Σύμφωνα με δεδομένα που δημοσιοποιήθηκαν το 2026, από το 2020 έως και τον Οκτώβριο του 2025 υπογράφηκαν περίπου 993.089 συμβάσεις απευθείας ανάθεσης, συνολικής αξίας περίπου 12,7 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Σχεδόν ένα εκατομμύριο συμβάσεις μέσα σε πέντε χρόνια.12,7 δισεκατομμύρια ευρώ.
Οι αριθμοί από μόνοι τους αποκαλύπτουν ότι δεν μιλάμε πλέον για ένα “έκτακτο εργαλείο” διοίκησης. Μιλάμε για ένα νέο μοντέλο κρατικής λειτουργίας.
Για ένα καθεστώς απευθείας αναθέσεων.
Και το πιο επικίνδυνο είναι ότι αυτή η λογική διαχύθηκε παντού:στα υπουργεία, στους οργανισμούς, στις περιφέρειες, στους δήμους, στις δημοτικές επιχειρήσεις.
Ένα ολόκληρο σύστημα εξουσίας έμαθε να λειτουργεί γύρω από την ευκολία της απευθείας ανάθεσης.
Χωρίς ουσιαστικό ανταγωνισμό.
Χωρίς σοβαρές δικλείδες ελέγχου.
Χωρίς πραγματική διαφάνεια.
Και χωρίς επαρκή κοινωνική λογοδοσία.
Γιατί εδώ βρίσκεται η ουσία που επιχειρούν να κρύψουν πίσω από τη λέξη “νομιμότητα”.
Ναι, οι απευθείας αναθέσεις είναι νόμιμες.
Το ερώτημα όμως είναι άλλο:Ήταν όλες αναγκαίες;
Ήταν όλες αποτελεσματικές;
Υπηρέτησαν πραγματικά το δημόσιο συμφέρον;
Ή μετατράπηκαν σε μηχανισμό πελατειακών σχέσεων, πολιτικών εξυπηρετήσεων και αναπαραγωγής εξουσίας;
Γιατί όταν σχεδόν ένα εκατομμύριο συμβάσεις διακινούν 12,7 δισεκατομμύρια ευρώ, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο λογιστικό.
Είναι βαθιά πολιτικό και θεσμικό.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη όχι μόνο ανέχθηκε αυτή την πραγματικότητα, αλλά ουσιαστικά την κανονικοποίησε.
Μετέτρεψε την εξαίρεση σε κανόνα.
Και μαζί με αυτό κανονικοποίησε και κάτι ακόμη πιο επικίνδυνο:
την αντίληψη ότι το δημόσιο χρήμα μπορεί να διαχειρίζεται με όρους πολιτικής επιρροής και όχι με αυστηρούς όρους δημόσιου συμφέροντος.
Είναι επίσης προφανές ότι όλο αυτό λειτούργησε και ως ένα διακριτικό “κλείσιμο του ματιού” προς δημάρχους, περιφερειάρχες και ευρύτερους μηχανισμούς εξουσίας που διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα πολλές φορές σαν πολιτικό λάφυρο.
Όταν οι διαδικασίες χαλαρώνουν συνεχώς, όταν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί αποδυναμώνονται και όταν η λογοδοσία γίνεται τυπική υπόθεση, τότε δημιουργείται ένα επικίνδυνο περιβάλλον για τη Δημοκρατία.
Γιατί το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα χρήματα που δόθηκαν.
Το πρόβλημα είναι η κουλτούρα που οικοδομήθηκε.
Μια κουλτούρα χαμηλής διαφάνειας.
Μια κουλτούρα πολιτικής ασυλίας.
Μια κουλτούρα “δικών μας παιδιών”.
Μια κουλτούρα όπου η εξουσία λειτουργεί με όρους δικτύου και όχι θεσμών.
Και το αποτέλεσμα είναι πλέον ορατό παντού.
Ένα κράτος ακριβό αλλά όχι αποτελεσματικό.
Μια αυτοδιοίκηση που ξοδεύει εκατομμύρια αλλά αδυνατεί συχνά να πείσει για το αποτέλεσμα.
Πόλεις προβληματικές.
Υποδομές που καταρρέουν.
Καθημερινότητα που χειροτερεύει.
Νέοι που εγκαταλείπουν την περιφέρεια.
Μια κοινωνία που φτωχοποιείται.
Και την ίδια στιγμή, δισεκατομμύρια ευρώ να αλλάζουν χέρια μέσω απευθείας αναθέσεων.
Εδώ χάνεται κάθε ηθική νομιμοποίηση.
Γιατί η κοινωνία δεν αξιολογεί πίνακες και τεχνικές δικαιολογίες.
Αξιολογεί το αποτέλεσμα που ζει καθημερινά.
Και όταν οι πολίτες βλέπουν ότι οι πολλοί πιέζονται όλο και περισσότερο ενώ ένα στενό σύστημα εξουσίας διαχειρίζεται τεράστιους οικονομικούς πόρους χωρίς ουσιαστικό έλεγχο, τότε η κρίση εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα γίνεται βαθιά και επικίνδυνη.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται ένα κράτος διανομής δημοσίου χρήματος σε “ημετέρους”.
Χρειάζεται θεσμούς, διαφάνεια, αυστηρούς ελέγχους και πραγματική λογοδοσία.
Διαφορετικά, το “επιτελικό κράτος” δεν θα μείνει στην ιστορία ως μεταρρύθμιση.
Θα μείνει ως η περίοδος που η εξαίρεση έγινε καθεστώς και το δημόσιο χρήμα μετατράπηκε σε εργαλείο πολιτικής κυριαρχίας.
Πασχάλης Θ. Τόσιος