ΕΛΛΑΔΑ

Δομή Σιντικής: Στο μικροσκόπιο της Κοβέσι εκατομμύρια ευρώ, απευθείας αναθέσεις και εκρηκτικά ερωτήματα

Η δομή της Σιντικής, δυναμικότητας περίπου 900 θέσεων, ανατέθηκε το καλοκαίρι του 2020 χωρίς ανοικτό διαγωνισμό, μέσω διαδικασίας διαπραγμάτευσης χωρίς δημοσίευση προκήρυξης. Το αρχικό κόστος έφτανε τα 3,6 εκατομμύρια ευρώ. Στη συνέχεια ακολούθησαν παρατάσεις, συμπληρωματικές συμβάσεις και επιπλέον χρηματοδοτήσεις ύψους περίπου 1,7 εκατομμυρίων ευρώ.

Η δομή της Σιντικής, δυναμικότητας περίπου 900 θέσεων, ανατέθηκε το καλοκαίρι του 2020 χωρίς ανοικτό διαγωνισμό, μέσω διαδικασίας διαπραγμάτευσης χωρίς δημοσίευση προκήρυξης. Το αρχικό κόστος έφτανε τα 3,6 εκατομμύρια ευρώ. Στη συνέχεια ακολούθησαν παρατάσεις, συμπληρωματικές συμβάσεις και επιπλέον χρηματοδοτήσεις ύψους περίπου 1,7 εκατομμυρίων ευρώ.

Η είδηση ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία υπό τη Λάουρα Κοβέσι ερευνά πλέον τη δομή μεταναστών στη θέση «Κλειδί» του Δήμου Σιντικής δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια ακόμη τυπική διοικητική διαδικασία. Δεν πρόκειται για έναν απλό έλεγχο φακέλων. Πρόκειται για μια υπόθεση που αγγίζει τον πυρήνα του τρόπου με τον οποίο διαχειρίστηκε η κυβέρνηση Μητσοτάκη εκατομμύρια ευρώ ευρωπαϊκών κονδυλίων πίσω από το πέπλο της «έκτακτης ανάγκης» του μεταναστευτικού.

Και όσο περισσότερα στοιχεία βγαίνουν στη δημοσιότητα, τόσο πιο ασφυκτικά γίνονται τα ερωτήματα.

Η δομή της Σιντικής, δυναμικότητας περίπου 900 θέσεων, ανατέθηκε το καλοκαίρι του 2020 χωρίς ανοικτό διαγωνισμό, μέσω διαδικασίας διαπραγμάτευσης χωρίς δημοσίευση προκήρυξης. Το αρχικό κόστος έφτανε τα 3,6 εκατομμύρια ευρώ. Στη συνέχεια ακολούθησαν παρατάσεις, συμπληρωματικές συμβάσεις και επιπλέον χρηματοδοτήσεις ύψους περίπου 1,7 εκατομμυρίων ευρώ.

Το πρώτο μεγάλο ερώτημα είναι απλό:

Ποιο ήταν τελικά το πραγματικό κόστος της δομής Σιντικής και πώς ακριβώς προέκυψαν οι διαδοχικές αυξήσεις;

Γιατί όταν μια υπόθεση φτάνει στο επίπεδο έρευνας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, κανείς δεν μπορεί πλέον να κρύβεται πίσω από γενικόλογες αναφορές περί «εθνικής ανάγκης» και «κατεπείγουσας διαχείρισης».

Το ακόμη πιο σοβαρό στοιχείο αφορά τις πληροφορίες που βλέπουν το φως της δημοσιότητας για πιθανές υπερκοστολογήσεις. Σύμφωνα με εσωτερικό έγγραφο που επικαλείται η «Καθημερινή», σε αντίστοιχα έργα εντοπίζονται αποκλίσεις τιμών από +5% έως και +288%, ενώ σε πολλές εργασίες οι χρεώσεις εμφανίζονται περίπου διπλάσιες σε σχέση με συγκρίσιμες κατασκευές.

Και εδώ αρχίζει το πολιτικά εκρηκτικό μέρος της υπόθεσης.

Αν πράγματι υπήρξαν τέτοιες αποκλίσεις, τότε ποιος ενέκρινε αυτές τις κοστολογήσεις; Ποιος έλεγξε τα τεχνικά δελτία; Ποιος πιστοποίησε ότι οι τιμές ανταποκρίνονταν στις πραγματικές ανάγκες του έργου;

Κυρίως όμως:Πώς γίνεται σε μια περιοχή όπως η Σιντική, που χρόνια βιώνει εγκατάλειψη, υποχρηματοδότηση και ανυπαρξία σοβαρών κρατικών επενδύσεων, να βρέθηκαν μέσα σε λίγες εβδομάδες εκατομμύρια ευρώ με διαδικασίες fast-track και χωρίς κανονικό διαγωνισμό;

Γιατί αυτό είναι το δεύτερο μεγάλο πολιτικό θέμα που αναδεικνύεται. Η κυβέρνηση επικαλέστηκε την πίεση του μεταναστευτικού και την πανδημία για να παρακάμψει ανοιχτές διαδικασίες. Όμως το «έκτακτο» δεν μπορεί να μετατρέπεται σε μόνιμο καθεστώς ανεξέλεγκτης διαχείρισης δημόσιου χρήματος.

Η κοινωνία των Σερρών έχει κάθε λόγο να απαιτεί απαντήσεις. Όχι μόνο γιατί η δομή Σιντικής αποτέλεσε από την πρώτη στιγμή αντικείμενο έντονων αντιδράσεων, αλλά γιατί πλέον προκύπτει και ζήτημα οικονομικής διαφάνειας.

Πόσο κόστισαν πραγματικά οι υποδομές;
Ποιες εργασίες έγιναν;
Υπήρξε πλήρης έλεγχος;
Υπήρξαν υπερτιμολογήσεις;
Γιατί χρειάστηκαν αλλεπάλληλες συμπληρωματικές συμβάσεις;
Ποιοι υπέγραψαν;
Ποιοι παρέλαβαν;
Ποιοι πιστοποίησαν;

Και πάνω απ’ όλα:Θα δοθούν όλα τα στοιχεία στη δημοσιότητα ή η υπόθεση θα θαφτεί πίσω από τη γνωστή κυβερνητική ομίχλη περί «τεχνικών διαδικασιών»;

Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα επειδή δεν ερευνάται πλέον μόνο από ελληνικές αρχές. Όταν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ανοίγει φάκελο, το ζήτημα ξεφεύγει από τα στενά όρια της εσωτερικής πολιτικής διαχείρισης. Η Κοβέσι δεν εξετάζει πολιτικές εντυπώσεις. Εξετάζει αν ευρωπαϊκό δημόσιο χρήμα δαπανήθηκε νόμιμα και αν υπήρξε ζημία εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και αυτό ακριβώς είναι που προκαλεί πλέον πολιτικό νευρικότητα.

Γιατί αν επιβεβαιωθεί ότι πίσω από το αφήγημα της «έκτακτης ανάγκης» στήθηκε ένα πάρτι αναθέσεων, υπερκοστολογήσεων και αδιαφάνειας, τότε η υπόθεση της δομής Σιντικής δεν θα είναι απλώς ένα ακόμη διοικητικό σκάνδαλο.

Θα αποτελεί ακόμη μία ψηφίδα στο μοντέλο διακυβέρνησης που οικοδομήθηκε τα τελευταία χρόνια: λιγότερος έλεγχος, περισσότερες απευθείας διαδικασίες, κλειστά συστήματα αποφάσεων και διαχείριση εκατομμυρίων μακριά από το δημόσιο βλέμμα.

Και τότε, το πραγματικό πολιτικό ερώτημα δεν θα αφορά μόνο τη Σιντική.

Θα αφορά συνολικά το πώς διαχειρίστηκε αυτή η κυβέρνηση το δημόσιο και ευρωπαϊκό χρήμα σε περιόδους κρίσης.