ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κυβερνητικό πραξικόπημα στη Βουλή για τις υποκλοπές – Εκτροπή, φόβος και ομολογία ενοχής πίσω από το μπλόκο στην Εξεταστική

Η σημερινή εικόνα στη Βουλή δεν ήταν απλώς μια ακόμη σκληρή κοινοβουλευτική αντιπαράθεση. Ήταν μια σκοτεινή στιγμή για τη Δημοκρατία. Μια οργανωμένη κυβερνητική επιχείρηση πολιτικής συγκάλυψης, με τη Νέα Δημοκρατία να χρησιμοποιεί τους «151» ως ασπίδα προστασίας του Κυριάκου Μητσοτάκη και του συστήματος εξουσίας που στήθηκε γύρω από το σκάνδαλο των υποκλοπών.

Η σημερινή εικόνα στη Βουλή δεν ήταν απλώς μια ακόμη σκληρή κοινοβουλευτική αντιπαράθεση. Ήταν μια σκοτεινή στιγμή για τη Δημοκρατία. Μια οργανωμένη κυβερνητική επιχείρηση πολιτικής συγκάλυψης, με τη Νέα Δημοκρατία να χρησιμοποιεί τους «151» ως ασπίδα προστασίας του Κυριάκου Μητσοτάκη και του συστήματος εξουσίας που στήθηκε γύρω από το σκάνδαλο των υποκλοπών.

Η απόφαση της Νέας Δημοκρατίας να θεωρήσει ότι για τη συγκρότηση της Εξεταστικής απαιτούνται 151 ψήφοι , επικαλούμενη ζητήματα «εθνικής ασφάλειας», εξωτερικής πολιτικής και άμυνας – προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις από το σύνολο σχεδόν της αντιπολίτευσης, η οποία κατήγγειλε ευθέως θεσμική εκτροπή, κοινοβουλευτικό πραξικόπημα και οργανωμένη επιχείρηση συγκάλυψης.

Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας αποτύπωσε την κυβερνητική επιλογή: η πρόταση απορρίφθηκε με 155 ψήφους κατά και μόλις 6 υπέρ, μετά την αποχώρηση ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ, ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ, ΚΚΕ και Νέας Αριστεράς από τη διαδικασία, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για όσα χαρακτήρισαν «κακοποίηση της κοινοβουλευτικής λειτουργίας».

Η συζήτηση διεξήχθη σε ιδιαίτερα υψηλούς τόνους, με τους πολιτικούς αρχηγούς να εξαπολύουν βαριές κατηγορίες κατά της κυβέρνησης Μητσοτάκη, υποστηρίζοντας ότι επιχειρεί να θάψει οριστικά μια υπόθεση που εξακολουθεί να προκαλεί βαθύ τραύμα στο κράτος δικαίου και στους δημοκρατικούς θεσμούς.

Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ, Νίκος Ανδρουλάκης, στην πιο σκληρή ίσως τοποθέτησή του απέναντι στον πρωθυπουργό από την αρχή της υπόθεσης των υποκλοπών, έκανε λόγο για «κακοποίηση της Δημοκρατίας» και για έναν πρωθυπουργό «αδύναμο και εκβιαζόμενο».

«Αν η σημερινή συνεδρίαση είχε έναν τίτλο, θα ήταν “κακοποιούν τη Δημοκρατία για να διατηρήσουν την εξουσία”», ανέφερε χαρακτηριστικά, καταγγέλλοντας ευθέως παραβίαση του Συντάγματος και προσπάθεια φίμωσης κάθε κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Σε ιδιαίτερα φορτισμένο τόνο, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ δήλωσε πως η παράταξή του δεν πρόκειται να νομιμοποιήσει «το σημερινό θέατρο παραλόγου», ανακοινώνοντας την αποχώρηση του κόμματός του από τη διαδικασία.
«Θα σας αφήσουμε μόνους σας στον κατήφορο κ. Μητσοτάκη. Έναν κατήφορο χωρίς τέλος», τόνισε.

Ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα είχε και η παρέμβαση του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος άσκησε σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση, αφήνοντας σαφείς αιχμές για τον χειρισμό της υπόθεσης των παρακολουθήσεων.

«Η σημερινή μέρα θα καταγραφεί ως ένας ακόμα κρίκος αδιαφάνειας στους πολλούς που έχει στη συλλογή του ο κ. Μητσοτάκης», δήλωσε, προσθέτοντας με νόημα:
«Υπάρχει κυβέρνηση στον κόσμο που δεν θα κινούσε γη και ουρανό για να μάθει τι συνέβη; Κι όμως υπάρχει: η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη».

Με εμφανή ειρωνική διάθεση αναφέρθηκε ακόμη και στο περιβόητο τηλεφώνημα «στις 3 το πρωί», λέγοντας πως «απλώς διέκοψαν τον ύπνο του», αφήνοντας να εννοηθεί πως ουδέποτε υπήρξε πραγματική πολιτική βούληση για ουσιαστική διερεύνηση.

Από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, ο Σωκράτης Φάμελλος επιτέθηκε προσωπικά στους κυβερνητικούς βουλευτές και υπουργούς που παρακολουθούνταν, υποστηρίζοντας πως είτε «είναι εκβιαζόμενοι είτε διαπλεκόμενοι».

Παράλληλα, κατηγόρησε συνολικά την κοινοβουλευτική ομάδα της Νέας Δημοκρατίας για συνενοχή στη συγκάλυψη, ενώ συνέδεσε πολιτικά την υπόθεση των υποκλοπών με το ζήτημα των Τεμπών, κάνοντας λόγο για «μπάζωμα της αλήθειας».

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Δημήτρης Κουτσούμπας, ο οποίος κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι έχει μετατρέψει τη συγκάλυψη σκανδάλων σε «καθημερινή πολιτική πρακτική».

«Ξυπνάτε και σκέφτεστε τι έχουμε να συγκαλύψουμε σήμερα;» ανέφερε χαρακτηριστικά ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ.

Η πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας της Νέας Αριστεράς, Πέτη Πέρκα, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη συνταγματική διάσταση της υπόθεσης, υποστηρίζοντας πως η επίκληση της «εθνικής ασφάλειας» αποτελεί αυθαίρετη ερμηνεία που αλλοιώνει τον πυρήνα της κοινοβουλευτικής διαδικασίας.

Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρέθηκε και ο Μάκης Βορίδης, ο οποίος ανέλαβε να υποστηρίξει τη θέση της κυβέρνησης περί ανάγκης 151 ψήφων για τη σύσταση της Επιτροπής. Οι κοινοβουλευτικοί αρχηγοί της αντιπολίτευσης τον κατηγόρησαν ότι λειτουργεί ως πολιτικός ασπίδα προστασίας της κυβέρνησης σε μια υπόθεση που, όπως υποστήριξαν, αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας.

Η κυβέρνηση, διά στόματος του υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Φλωρίδη, επιχείρησε να απορρίψει τις αιτιάσεις περί κοινού κέντρου ΕΥΠ και Predator, υποστηρίζοντας ότι οι παρακολουθήσεις της ΕΥΠ ήταν νόμιμες και δεν συνδέονται με τις παράνομες παρακολουθήσεις ιδιωτών.

Ωστόσο, η αντιπολίτευση επέμεινε πως η άρνηση διερεύνησης της υπόθεσης από τη Βουλή ενισχύει ακόμη περισσότερο τις υποψίες περί συγκάλυψης.

Η εικόνα μιας Βουλής με άδεια έδρανα της αντιπολίτευσης και την κυβέρνηση να ψηφίζει μόνη της το μπλόκο στην Εξεταστική Επιτροπή αποτύπωσε με τον πιο έντονο τρόπο το βάθος της πολιτικής και θεσμικής κρίσης που εξακολουθεί να προκαλεί το σκάνδαλο των υποκλοπών.

Και πλέον, το πολιτικό ερώτημα που κυριαρχεί είναι αν η σημερινή επιλογή της κυβέρνησης αποτέλεσε απλώς έναν κοινοβουλευτικό ελιγμό ή μια ανοιχτή ομολογία φόβου απέναντι σε όσα ενδεχομένως θα μπορούσε να αποκαλύψει μια πραγματική έρευνα.