Τ' ΑΠΑΡΑΤΗΡΗΤΑ

Ο εφιάλτης λέγεται Ταλ Ντίλιαν – Και το Μαξίμου μοιάζει να ξυπνά κάθε μέρα με τον ίδιο φόβο

Όταν μια κυβέρνηση αφιερώνει περισσότερο πολιτικό κεφάλαιο στη διαχείριση μιας δικαστικής υπόθεσης παρά στην αναζήτηση της αλήθειας, το πρόβλημα δεν είναι πλέον επικοινωνιακό. Είναι κρίση αξιοπιστίας. Οι φήμες περί τροπολογίας, οι συνεχείς διαψεύσεις και η σκιά του Εφετείου συνθέτουν μια εικόνα πολιτικής αμηχανίας που δύσκολα κρύβεται.

Όταν μια κυβέρνηση αφιερώνει περισσότερο πολιτικό κεφάλαιο στη διαχείριση μιας δικαστικής υπόθεσης παρά στην αναζήτηση της αλήθειας, το πρόβλημα δεν είναι πλέον επικοινωνιακό. Είναι κρίση αξιοπιστίας. Οι φήμες περί τροπολογίας, οι συνεχείς διαψεύσεις και η σκιά του Εφετείου συνθέτουν μια εικόνα πολιτικής αμηχανίας που δύσκολα κρύβεται.

Υπάρχουν πολιτικοί αντίπαλοι που στοιχειώνουν μια κυβέρνηση.Και υπάρχει και ο Ταλ Ντίλιαν.

Ένας άνθρωπος που, όσο πλησιάζει το Εφετείο, φαίνεται να προκαλεί στο Μέγαρο Μαξίμου μεγαλύτερη νευρικότητα από δέκα αρχηγούς της αντιπολίτευσης μαζί.

Είναι πραγματικά εντυπωσιακό.

Μια κυβέρνηση με 158 βουλευτές, έναν πανίσχυρο επικοινωνιακό μηχανισμό, φιλικά πρωτοσέλιδα και καθημερινή παρουσία στα τηλεοπτικά παράθυρα, δείχνει να ασχολείται περισσότερο με το τι μπορεί να ειπωθεί σε μια δικαστική αίθουσα παρά με όσα συμβαίνουν έξω από αυτήν.

Και κάπου εκεί αρχίζει η πολιτική ειρωνεία.

Γιατί όταν ακούγονται σενάρια περί φωτογραφικών τροπολογιών, όταν η κυβέρνηση αναγκάζεται να διαψεύδει πριν ακόμη κατατεθεί οτιδήποτε, όταν το δημόσιο ενδιαφέρον επιστρέφει διαρκώς στις υποκλοπές, τότε το πρόβλημα δεν είναι ο Ντίλιαν.

Το πρόβλημα είναι ότι η ίδια η κυβέρνηση δεν έχει καταφέρει να πείσει πως το κεφάλαιο αυτό έκλεισε.

Κάθε διάψευση μοιάζει να ανοίγει μια νέα συζήτηση.

Κάθε διαρροή γεννά περισσότερες απορίες από όσες λύνει.

Κάθε προσπάθεια να αλλάξει η ατζέντα καταλήγει να υπενθυμίζει γιατί η υπόθεση εξακολουθεί να βαραίνει το πολιτικό κλίμα.

Και έτσι ο Ταλ Ντίλιαν, είτε το επιδιώκει είτε όχι, μετατρέπεται στον πιο απρόσμενο πρωταγωνιστή της ελληνικής πολιτικής σκηνής.

Χωρίς κόμμα.

Χωρίς ψηφοδέλτιο.

Χωρίς προεκλογικές συγκεντρώσεις.

Αρκεί μόνο η πιθανότητα νέων αποκαλύψεων για να επιστρέφει ο εκνευρισμός.

Αν πράγματι δεν υπάρχει καμία σκέψη για νομοθετική παρέμβαση, τότε η κυβέρνηση έχει έναν εύκολο δρόμο: να αφήσει τη Δικαιοσύνη να ολοκληρώσει απρόσκοπτα το έργο της και να μη δώσει ούτε την παραμικρή αφορμή για υποψίες.

Αντιθέτως, όσο κυκλοφορούν πολιτικά σενάρια, όσο η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το αν κάποιοι θα πέσουν «στα μαλακά», τόσο θα μεγαλώνει η σκιά πάνω από το ίδιο το κυβερνητικό αφήγημα.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, μια ισχυρή κυβέρνηση δεν φοβάται ένα Εφετείο.

Δεν φοβάται ούτε την πλήρη διερεύνηση μιας υπόθεσης που συγκλόνισε τη δημόσια ζωή.

Φοβάται μόνο το πολιτικό κόστος που μπορεί να προκαλέσει η αλήθεια, όποια κι αν είναι αυτή.

Και εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη αντίφαση.

Γιατί η κυβέρνηση που εξελέγη υποσχόμενη επιτελικό κράτος και θεσμική κανονικότητα, βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με το πιο απλό πολιτικό ερώτημα: Αν όλα έγιναν σωστά, γιατί η υπόθεση των υποκλοπών εξακολουθεί να προκαλεί τόσο μεγάλη πολιτική αμηχανία;

Υ.Γ. Στην πολιτική υπάρχει ένας παλιός κανόνας: όταν μια κυβέρνηση αρχίζει να φοβάται περισσότερο μια δικαστική αίθουσα από την αίθουσα της Βουλής, το πρόβλημα δεν είναι πλέον νομικό.Είναι βαθιά πολιτικό.

Π.Τ