Ακρίβεια, χρέη και πλειστηριασμοί: Η άλλη όψη της «ισχυρής οικονομίας»
Η κυβέρνηση επικαλείται ανάπτυξη και θετικούς δείκτες, όμως η ακρίβεια, το διογκούμενο ιδιωτικό χρέος και οι πλειστηριασμοί συνθέτουν μια διαφορετική πραγματικότητα για χιλιάδες ελληνικά νοικοκυριά.
Η κυβέρνηση επικαλείται ανάπτυξη και θετικούς δείκτες, όμως η ακρίβεια, το διογκούμενο ιδιωτικό χρέος και οι πλειστηριασμοί συνθέτουν μια διαφορετική πραγματικότητα για χιλιάδες ελληνικά νοικοκυριά.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας επιμένει να παρουσιάζει μια εικόνα οικονομικής σταθερότητας και ανάπτυξης. Οι δείκτες βελτιώνονται, οι επενδύσεις αυξάνονται, η ανεργία υποχωρεί σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης και το ΑΕΠ καταγράφει θετικούς ρυθμούς. Όμως πίσω από τους αριθμούς υπάρχει μια διαφορετική πραγματικότητα: η καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών που δυσκολεύονται να καλύψουν ακόμη και βασικές ανάγκες.
Οκτώ χρόνια μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, το βασικό ερώτημα παραμένει αναπάντητο: αν η οικονομία πηγαίνει τόσο καλά, γιατί η πλειοψηφία των πολιτών αισθάνεται φτωχότερη;
Η ακρίβεια έγινε μόνιμη συνθήκη
Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα ελληνικά νοικοκυριά είναι η ακρίβεια. Δεν πρόκειται πλέον για μια πρόσκαιρη αναταραχή της αγοράς, αλλά για μια μόνιμη κατάσταση που διαβρώνει εισοδήματα και αποταμιεύσεις.
Το κόστος στέγασης έχει εκτοξευθεί. Τα ενοίκια σε πολλές περιοχές αυξάνονται με ρυθμούς που δεν συμβαδίζουν με τους μισθούς. Η ενέργεια εξακολουθεί να επιβαρύνει σημαντικά τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, ενώ οι τιμές βασικών αγαθών παραμένουν σε υψηλά επίπεδα παρά τις κυβερνητικές εξαγγελίες για ελέγχους και παρεμβάσεις στην αγορά.
Η αύξηση του κατώτατου μισθού που επικαλείται η κυβέρνηση απορροφάται σε μεγάλο βαθμό από το αυξημένο κόστος ζωής. Για χιλιάδες εργαζόμενους η πραγματική αγοραστική δύναμη παραμένει καθηλωμένη, ενώ οι αυξήσεις στους μισθούς εξανεμίζονται πριν καν φτάσουν στο πορτοφόλι.
Το ιδιωτικό χρέος διογκώνεται
Παράλληλα με την ακρίβεια, μεγαλώνει και το βάρος του ιδιωτικού χρέους.
Χιλιάδες νοικοκυριά αδυνατούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τράπεζες, εφορία και ασφαλιστικά ταμεία παραμένουν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, ενώ η εξυπηρέτηση των δανείων γίνεται ολοένα δυσκολότερη.
Η εικόνα είναι αποκαλυπτική: οι τράπεζες εμφανίζουν υψηλή κερδοφορία, όμως η κοινωνία συνεχίζει να πληρώνει το κόστος της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Τα «κόκκινα» δάνεια μπορεί να έφυγαν από τους ισολογισμούς των τραπεζών, δεν έφυγαν όμως από τις ζωές των πολιτών.
Μεταφέρθηκαν στα funds και στους servicers, οι οποίοι διεκδικούν πλέον δισεκατομμύρια ευρώ από νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις.
Πλειστηριασμοί ως νέα κανονικότητα
Οι πλειστηριασμοί έχουν μετατραπεί σε μια καθημερινή πραγματικότητα.
Πίσω από κάθε αριθμό υπάρχει μια οικογένεια που κινδυνεύει να χάσει το σπίτι της, ένας επαγγελματίας που βλέπει την περιουσία του να εκποιείται ή μια μικρή επιχείρηση που αδυνατεί να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις της.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι εφαρμόζει ευρωπαϊκούς κανόνες και ότι οι διαδικασίες είναι αναγκαίες για τη λειτουργία της οικονομίας. Ωστόσο, ολοένα και περισσότεροι πολίτες αισθάνονται ότι το κράτος λειτουργεί ως θεατής απέναντι στην πίεση που ασκούν οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων.
Η κοινωνική διάσταση του προβλήματος παραμένει τεράστια και οι μηχανισμοί προστασίας αποδεικνύονται ανεπαρκείς για σημαντικό μέρος των δανειοληπτών.
Η στεγαστική κρίση βαθαίνει
Το πρόβλημα της κατοικίας εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες κοινωνικές προκλήσεις της εποχής.
Νέα ζευγάρια αδυνατούν να αποκτήσουν δική τους στέγη. Εργαζόμενοι αφιερώνουν ολοένα μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους στο ενοίκιο. Οι τιμές αγοράς κατοικιών παραμένουν απαγορευτικές για τη μεσαία τάξη.
Παρά τα επιμέρους προγράμματα στήριξης, δεν έχει διαμορφωθεί μέχρι σήμερα μια ολοκληρωμένη στεγαστική πολιτική που να αντιμετωπίζει το πρόβλημα στη ρίζα του.
Η οικονομία δύο ταχυτήτων
Η κυβέρνηση συχνά επικαλείται τη δημοσιονομική σταθερότητα, τις αναβαθμίσεις της οικονομίας και την εμπιστοσύνη των αγορών. Αυτά είναι υπαρκτά στοιχεία.
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά.
Η Ελλάδα του 2026 μοιάζει ολοένα περισσότερο με μια οικονομία δύο ταχυτήτων. Από τη μία πλευρά επιχειρηματικοί όμιλοι, τράπεζες και μεγάλα επενδυτικά σχήματα καταγράφουν εντυπωσιακές επιδόσεις. Από την άλλη, νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις αγωνίζονται να ανταποκριθούν στις στοιχειώδεις υποχρεώσεις τους.
Η απόσταση ανάμεσα στους μακροοικονομικούς δείκτες και στην πραγματική ζωή των πολιτών διευρύνεται.
Το πολιτικό στοίχημα
Καθώς η χώρα εισέρχεται ουσιαστικά σε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, το μεγάλο ερώτημα για την κυβέρνηση είναι αν μπορεί να πείσει ότι διαθέτει λύσεις για προβλήματα που παραμένουν άλυτα μετά από δύο συνεχόμενες θητείες.
Γιατί οι πολίτες δεν αξιολογούν την οικονομία μόνο από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ ή τις ανακοινώσεις των υπουργείων. Την αξιολογούν καθημερινά στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, στον λογαριασμό του ρεύματος, στο ενοίκιο, στη δόση του δανείου και στον φόβο ενός πλειστηριασμού.
Και εκεί, μακριά από τα κυβερνητικά διαγράμματα και τις παρουσιάσεις ανάπτυξης, η εικόνα παραμένει ιδιαίτερα δύσκολη για ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας.
Γράφει ο Πασχάλης Θ. Τόσιος
