Η Δημοσιογραφία των payroll και η βιομηχανία της σιωπής
Υπήρξε μια εποχή που η δημοσιογραφία είχε αποστολή να ελέγχει την εξουσία. Να αποκαλύπτει. Να ενοχλεί. Να λειτουργεί ως ανάχωμα απέναντι στην αυθαιρεσία, τη διαφθορά και τη χειραγώγηση. Σήμερα, σε μεγάλο βαθμό, αυτό το μοντέλο έχει καταρρεύσει.
Υπήρξε μια εποχή που η δημοσιογραφία είχε αποστολή να ελέγχει την εξουσία. Να αποκαλύπτει. Να ενοχλεί. Να λειτουργεί ως ανάχωμα απέναντι στην αυθαιρεσία, τη διαφθορά και τη χειραγώγηση. Σήμερα, σε μεγάλο βαθμό, αυτό το μοντέλο έχει καταρρεύσει.
Στη θέση του αναπτύχθηκε μια νέα πραγματικότητα: η δημοσιογραφία των εξαρτήσεων, των payroll και της επιλεκτικής αλήθειας. Ένα σύστημα στο οποίο η ενημέρωση δεν υπηρετεί πλέον τον πολίτη, αλλά τους μηχανισμούς που τη χρηματοδοτούν, τη διαχειρίζονται και τη χρησιμοποιούν ως εργαλείο πολιτικής και οικονομικής επιρροής.
Δεν χρειάζονται ιδιαίτερες αποδείξεις.
Η εικόνα είναι πλέον ορατή παντού.
Ρεπορτάζ που εξαφανίζονται μέσα σε λίγες ώρες.
Σκάνδαλα που θάβονται πριν προλάβουν να πάρουν διαστάσεις.
«Αποκλειστικά» που εμφανίζονται ταυτόχρονα σε διαφορετικά Μέσα με πανομοιότυπη γραμμή και ύφος.
Δημοσιογράφοι που μετατρέπονται από ελεγκτές της εξουσίας σε επικοινωνιακούς υπαλλήλους κυβερνήσεων, κομμάτων, επιχειρηματικών συμφερόντων ή τοπικών παραγόντων.
Και όταν όλα αυτά επισημαίνονται, η απάντηση είναι σχεδόν πάντα η ίδια:
«Έτσι προέκυψε το ρεπορτάζ».
Όχι.Το ρεπορτάζ δεν “προκύπτει” μόνο του.
Το ρεπορτάζ διαμορφώνεται.Από τις πηγές που θα επιλέξεις.
Από τις πληροφορίες που θα κρατήσεις έξω.
Από το ποιον θα προστατεύσεις και ποιον θα στοχοποιήσεις.
Από το αν θα ψάξεις πραγματικά ή αν θα αρκεστείς στο non paper που έφτασε έτοιμο στο email σου.
Αυτό ακριβώς είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της σημερινής ενημέρωσης: η οργανωμένη κατασκευή πραγματικότητας.
Δεν μιλάμε απλώς για «δημοσιογραφικά λάθη».
Μιλάμε για μηχανισμό.
Έναν μηχανισμό που λειτουργεί με πολιτικές γραμμές, κρατική διαφήμιση, εξαρτήσεις, προσωπικές σχέσεις και οικονομικές συμφωνίες κάτω από το τραπέζι. Έναν μηχανισμό που ανταμείβει όσους σιωπούν και απομονώνει όσους επιμένουν να ερευνούν.
Το φαινόμενο γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνο στην περιφέρεια.
Εκεί όπου η τοπική κοινωνία είναι μικρή, οι εξαρτήσεις πιο άμεσες και η επιβίωση πολλών Μέσων βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στις σχέσεις με δημάρχους, βουλευτές, φορείς και κρατικό χρήμα.
Κάπως έτσι δημιουργείται μια ιδιότυπη ομερτά.
Θέματα που «δεν πρέπει να παίξουν».
Ρεπορτάζ που «θα δημιουργήσουν πρόβλημα».
Υποθέσεις που «καλύτερα να μείνουν χαμηλά».
Δημοσιογράφοι που γνωρίζουν αλλά δεν γράφουν.
Και εκδότες που συμπεριφέρονται περισσότερο ως διαχειριστές ισορροπιών παρά ως υπερασπιστές της ενημέρωσης.
Το πιο ανησυχητικό όμως είναι άλλο: μεγάλο μέρος της κοινωνίας έχει αρχίσει να το θεωρεί φυσιολογικό.
Σαν να αποδέχθηκε ότι η ενημέρωση είναι αναγκαστικά χειραγωγημένη.
Ότι όλα λειτουργούν με συμφωνίες.
Ότι η αλήθεια είναι σχετική ανάλογα με το ποιος πληρώνει.
Και κάπου εκεί χάνεται η ίδια η ουσία της δημοσιογραφίας.
Γιατί χωρίς ανεξάρτητη ενημέρωση δεν υπάρχει ουσιαστική δημοκρατία.
Υπάρχει μόνο μια σκηνοθετημένη εικόνα πραγματικότητας.
Κι όμως, μέσα σε αυτό το τοξικό περιβάλλον υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που επιμένουν.
Δημοσιογράφοι που συνεχίζουν να ψάχνουν, να συγκρούονται και να δημοσιεύουν χωρίς να ζητούν άδεια από πολιτικά γραφεία και τοπικούς μηχανισμούς. Άνθρωποι που πλήρωσαν κόστος επειδή δεν δέχθηκαν να γίνουν μέρος του συστήματος σιωπής.
Σε αυτούς στηρίζεται ακόμη η ελπίδα.
Γιατί αργά ή γρήγορα, η αλήθεια βρίσκει τρόπο να επιστρέφει.
Και τότε η κοινωνία αντιλαμβάνεται ποιοι έκαναν πραγματική δημοσιογραφία και ποιοι εκτελούσαν συμβόλαια προστασίας συμφερόντων.
Και εκείνη τη στιγμή, το προσωπείο της «αντικειμενικότητας» καταρρέει πιο γρήγορα από όσο χτίστηκε.
—
Γράφει ο Πασχάλης Θ. Τόσιος