Η δημοσκοπική «κατασκευή» και οι παγίδες της νέας πολιτικής εξίσωσης -Όταν η εικόνα προηγείται της πραγματικότητας - Γράφει ο Πασχάλης Θ. Τόσιος
Η σύγκρουση δεν αφορά μόνο τα ποσοστά των κομμάτων, αλλά τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η πολιτική εικόνα. Οι δημοσκοπήσεις, η επικοινωνία, η κοινωνική δυσαρέσκεια, οι νέοι πολιτικοί φορείς και οι άγνωστες μεταβλητές συνθέτουν ένα εξαιρετικά ρευστό σκηνικό, στο οποίο τίποτα δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο πριν μιλήσει η κάλπη.
Η σύγκρουση δεν αφορά μόνο τα ποσοστά των κομμάτων, αλλά τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η πολιτική εικόνα. Οι δημοσκοπήσεις, η επικοινωνία, η κοινωνική δυσαρέσκεια, οι νέοι πολιτικοί φορείς και οι άγνωστες μεταβλητές συνθέτουν ένα εξαιρετικά ρευστό σκηνικό, στο οποίο τίποτα δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο πριν μιλήσει η κάλπη.
Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική ιστορία ενός τόπου όπου η πραγματική σύγκρουση δεν διεξάγεται στα έδρανα της Βουλής ούτε στις προεκλογικές συγκεντρώσεις. Διεξάγεται πολύ νωρίτερα. Στη μάχη της εικόνας. Στη διαμόρφωση της ατζέντας. Στην κατασκευή των αφηγημάτων που θα καθορίσουν τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία θα αντιληφθεί την πραγματικότητα.
Η σημερινή πολιτική συγκυρία αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Από τη μία πλευρά βρίσκεται μια κοινωνία εμφανώς κουρασμένη. Μια κοινωνία που δοκιμάζεται καθημερινά από την ακρίβεια, βλέπει την αγοραστική της δύναμη να συρρικνώνεται, αδυνατεί να αντιμετωπίσει το στεγαστικό πρόβλημα, παρακολουθεί το ιδιωτικό χρέος προς τράπεζες, εφορία και ασφαλιστικά ταμεία να διογκώνεται και αισθάνεται ότι, παρά τις διακηρύξεις περί ανάπτυξης και δημοσιονομικής σταθερότητας, η δική της καθημερινότητα γίνεται ολοένα δυσκολότερη.
Από την άλλη πλευρά, η δημόσια εικόνα που προβάλλεται παρουσιάζει μια κυβέρνηση που εξακολουθεί να κυριαρχεί πολιτικά, μια αντιπολίτευση που αδυνατεί να συγκροτήσει πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας και ένα πολιτικό σύστημα που μοιάζει να κινείται σε προδιαγεγραμμένες τροχιές.
Αυτή ακριβώς η αντίφαση είναι που γεννά τα πιο ενδιαφέροντα πολιτικά ερωτήματα.
Πώς είναι δυνατόν μια κυβέρνηση που βρίσκεται ήδη στον έβδομο χρόνο της διακυβέρνησής της, έχοντας βρεθεί αντιμέτωπη με σοβαρές πολιτικές κρίσεις και έντονη δημόσια κριτική για ζητήματα θεσμών, διαφάνειας, ακρίβειας και καθημερινότητας, να εξακολουθεί να εμφανίζεται ως ο μοναδικός ισχυρός πόλος του πολιτικού συστήματος;
Είναι η εικόνα αυτή η ακριβής αποτύπωση της κοινωνικής πραγματικότητας ή αποτελεί και προϊόν του τρόπου με τον οποίο διαμορφώνεται η δημόσια ατζέντα;
Απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν μπορεί να δοθεί με βεβαιότητες. Μπορεί όμως να αποτελέσει αντικείμενο σοβαρής πολιτικής ανάλυσης.
Οι δημοσκοπήσεις αποτελούν αναμφίβολα ένα σημαντικό εργαλείο αποτύπωσης των διαθέσεων της κοινής γνώμης. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τον θεσμικό τους ρόλο όταν διενεργούνται με επιστημονικές προδιαγραφές. Ωστόσο, άλλο πράγμα είναι η μέτρηση της πραγματικότητας και άλλο η μετατροπή της μέτρησης σε καθημερινό πολιτικό γεγονός.
Όταν οι δημοσκοπήσεις γίνονται πρωτοσέλιδα, ανοίγουν τα δελτία ειδήσεων, κυριαρχούν στις πολιτικές εκπομπές και χρησιμοποιούνται ως βασικό εργαλείο ερμηνείας κάθε πολιτικής εξέλιξης, παύουν να λειτουργούν αποκλειστικά ως καθρέφτης της κοινής γνώμης. Αρχίζουν, θέλοντας ή μη, να συμμετέχουν στη διαμόρφωση του ίδιου του πολιτικού κλίματος.
Γι' αυτό και εδώ και δεκαετίες επανέρχεται η ίδια δημόσια συζήτηση. Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στα μεγάλα συστημικά μέσα ενημέρωσης, τις εταιρείες δημοσκοπήσεων και τη διαμόρφωση της πολιτικής ατζέντας;
Δεν πρόκειται για διαπιστωμένο γεγονός ότι υπάρχει κοινός σχεδιασμός ή συντονισμένη δράση. Είναι όμως μια πολιτική ανάγνωση που διατυπώνεται από διαφορετικούς χώρους και η οποία αποκτά εκ νέου ένταση κάθε φορά που η εικόνα που εκπέμπεται από το επικοινωνιακό σύστημα φαίνεται να κινείται στην ίδια κατεύθυνση με τις κυρίαρχες δημοσκοπικές αφηγήσεις.
Στη σημερινή συγκυρία, δεν είναι λίγοι όσοι εκτιμούν ότι η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη εξακολουθεί να απολαμβάνει ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό επικοινωνιακό περιβάλλον. Κατά την άποψη αυτή, σημαντικό μέρος των μεγάλων μέσων ενημέρωσης και ο τρόπος προβολής των δημοσκοπικών ευρημάτων συμβάλλουν στη διατήρηση μιας εικόνας πολιτικής υπεροχής, η οποία δεν είναι βέβαιο ότι αντανακλά πλήρως τη διάχυτη κοινωνική δυσαρέσκεια.
Και αυτή η δυσαρέσκεια είναι υπαρκτή.
Δεν αποτυπώνεται μόνο στις πολιτικές συζητήσεις. Αποτυπώνεται κυρίως στην καθημερινότητα.
Στο σούπερ μάρκετ, όπου το καλάθι κοστίζει κάθε μήνα περισσότερο.
Στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας που εξακολουθούν να πιέζουν τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Στα ενοίκια που έχουν καταστεί δυσβάσταχτα για χιλιάδες νέους ανθρώπους.
Στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που βλέπουν το λειτουργικό τους κόστος να αυξάνεται.
Στα νοικοκυριά που προσπαθούν να εξυπηρετήσουν τραπεζικές υποχρεώσεις, οφειλές προς την εφορία και ασφαλιστικές εισφορές χωρίς να γνωρίζουν αν θα καταφέρουν να ολοκληρώσουν τον μήνα.
Αυτή είναι η πραγματική Ελλάδα.
Και αυτή η Ελλάδα δύσκολα συμβιβάζεται με μια εικόνα σχεδόν απόλυτης πολιτικής κυριαρχίας οποιασδήποτε κυβέρνησης.
Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι οι δημοσκοπήσεις είναι ανακριβείς ούτε ότι η κυβέρνηση δεν διατηρεί σημαντική εκλογική επιρροή.
Σημαίνει όμως ότι υπάρχει μια ολοένα μεγαλύτερη συζήτηση για το αν η δημοσκοπική εικόνα αποτυπώνει πλήρως την ένταση της κοινωνικής δυσαρέσκειας ή αν ένα μέρος αυτής εξακολουθεί να παραμένει πολιτικά αδιαμόρφωτο, αναποφάσιστο ή σιωπηλό.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει η δεύτερη μεγάλη πολιτική ιστορία των τελευταίων εβδομάδων.
Η εμφάνιση της ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα.
Πριν ακόμη παρουσιαστεί ολοκληρωμένο πολιτικό πρόγραμμα, πριν αποκτήσει οργανωμένη δομή και πριν δοκιμαστεί στην κοινωνία, η ΕΛΑΣ αναδείχθηκε σε κεντρικό πρωταγωνιστή του δημόσιου διαλόγου.
Η δημοσιότητα ήταν εντυπωσιακή.Οι πρώτες δημοσκοπήσεις ακόμη περισσότερο.
Το βασικό αφήγημα οικοδομήθηκε με ταχύτητα: ο νέος πολιτικός φορέας έρχεται να αναδιατάξει την Κεντροαριστερά, να απορροφήσει δυνάμεις από το ΠΑΣΟΚ και την αριστερά , να εξελιχθεί στον βασικό αντίπαλο της Νέας Δημοκρατίας.
Πρόκειται όμως για πραγματική κοινωνική δυναμική ή για μια εικόνα που προηγείται της πραγματικότητας;
Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό.
Η πολιτική ιστορία έχει διδάξει ότι πολλές φορές οι μεγάλες προσδοκίες επιβεβαιώθηκαν. Έχει διδάξει όμως και το ακριβώς αντίθετο: ότι πολιτικά εγχειρήματα τα οποία ξεκίνησαν με εντυπωσιακή επικοινωνιακή υποστήριξη αποδείχθηκαν τελικά πολύ μικρότερα από την εικόνα που είχε προηγηθεί.
Ίσως λοιπόν το σημαντικότερο ερώτημα να μην είναι ποιο ποσοστό καταγράφει σήμερα η ΕΛΑΣ.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι ποιος ωφελείται από τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται σήμερα η συνολική πολιτική εικόνα.
Γιατί, όσο η δημόσια συζήτηση περιορίζεται στη μάχη για τη δεύτερη θέση, τόσο η κυβέρνηση αποφεύγει τη σύγκριση με μια ολοκληρωμένη και πειστική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.
Και αυτό, ανεξάρτητα από τις πραγματικές προθέσεις των εμπλεκομένων, αποτελεί αναμφίβολα ένα σημαντικό πολιτικό πλεονέκτημα για το κυβερνητικό στρατόπεδο.
Από το σημείο αυτό αρχίζει η ουσιαστική ανάλυση των νέων πολιτικών ισορροπιών. Γιατί πίσω από τις δημοσκοπήσεις, τις επικοινωνιακές στρατηγικές και τους τίτλους των ειδήσεων, διαμορφώνονται ήδη οι συνθήκες που μπορεί να καθορίσουν την επόμενη ημέρα του πολιτικού συστήματος.
Η πρώτη μεγάλη δοκιμασία αφορά, αναμφίβολα, την ίδια την ΕΛΑΣ και τον Αλέξη Τσίπρα.
Οι πρώτες δημοσκοπικές καταγραφές μπορεί να δημιουργούν θετικές εντυπώσεις, όμως στην πολιτική η πραγματική αντοχή ενός εγχειρήματος δεν μετριέται στις πρώτες μετρήσεις. Μετριέται όταν η αρχική περιέργεια μετατρέπεται σε σταθερή πολιτική επιλογή και όταν η επικοινωνία καλείται να δώσει τη θέση της στην πολιτική ουσία.
Ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, να θέσει ως βασική προϋπόθεση ότι στο νέο εγχείρημα δεν θα συμμετέχουν εν ενεργεία βουλευτές. Πρόκειται για μια επικοινωνιακά εύστοχη επιλογή. Στέλνει το μήνυμα μιας υποτιθέμενης ρήξης με τις παραδοσιακές πρακτικές του πολιτικού συστήματος και επιχειρεί να καλλιεργήσει την εικόνα ενός νέου ξεκινήματος.
Αρκεί, όμως, ένας συμβολισμός; Η απάντηση είναι μάλλον αρνητική.
Γιατί ούτε μια παραίτηση από το βουλευτικό αξίωμα λειτουργεί ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ, ούτε οι πολιτικές διαδρομές διαγράφονται με μια νέα κομματική ταυτότητα. Όποιος υπηρέτησε συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές, συγκεκριμένους κομματικούς μηχανισμούς ή συμμετείχε σε συγκεκριμένες περιόδους άσκησης εξουσίας, μεταφέρει μαζί του και το πολιτικό του αποτύπωμα. Και αυτό το αποτύπωμα δεν εξαφανίζεται με μια νέα ιδρυτική διακήρυξη.
Το ίδιο ισχύει και για τα πρόσωπα που ενδεχομένως θα πλαισιώσουν το νέο εγχείρημα.
Ένα νέο κόμμα δεν αποκτά αυτομάτως αξιοπιστία επειδή συγκεντρώνει πρόσωπα από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους. Αντίθετα, όταν οι πολίτες βλέπουν διαρκείς μετακινήσεις στελεχών από κόμμα σε κόμμα, εύλογα γεννούνται ερωτήματα για το αν πρόκειται για ιδεολογικές συγκλίσεις ή για ακόμη μία αναδιάταξη του ίδιου πολιτικού προσωπικού.
Η πραγματική ανανέωση δεν μετριέται με τις μεταγραφές.Μετριέται με τις ιδέες, τις αξίες και την κοινωνική αξιοπιστία.
Γι' αυτό και η μεγαλύτερη πρόκληση για την ΕΛΑΣ δεν είναι να πείσει ότι είναι διαφορετική από το ΠΑΣΟΚ ή τον ΣΥΡΙΖΑ.
Είναι να πείσει ότι είναι πραγματικά διαφορετική από όσα οι πολίτες έχουν κουραστεί να βλέπουν τα τελευταία χρόνια.
Εδώ, όμως, ανακύπτει και ένα ευρύτερο πολιτικό ερώτημα που αφορά το ΠΑΣΟΚ.
Πώς είναι δυνατόν ένα κόμμα που διαθέτει μια πλειάδα έμπειρων και αξιόλογων πολιτικών στελεχών, με κυβερνητική εμπειρία, θεσμική γνώση και αναγνωρίσιμη δημόσια παρουσία, να αδυνατεί να μετατρέψει αυτό το ανθρώπινο κεφάλαιο σε ουσιαστική δημοσκοπική και πολιτική υπεραξία;
Η απάντηση που δίνουν αρκετοί πολιτικοί αναλυτές εστιάζει πρωτίστως στο ζήτημα της ηγεσίας. Κατά την εκτίμησή τους, η πολιτική υπεραξία που δεν κατορθώνει να προσδώσει το πρόσωπο του Νίκου Ανδρουλάκη λειτουργεί ως περιοριστικός παράγοντας για τη συνολική δυναμική του κόμματος. Δεν αμφισβητείται κατ' ανάγκην η οργανωτική του επάρκεια ή η θεσμική του παρουσία· αμφισβητείται, όμως, η δυνατότητά του να εμπνεύσει ευρύτερα κοινωνικά στρώματα και να πείσει ότι μπορεί να ηγηθεί μιας αξιόπιστης εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης.
Αυτό ακριβώς είναι που επαναφέρει το υποθετικό ερώτημα γύρω από τον Παύλο Γερουλάνο. Δεν αφορά μόνο ένα διαφορετικό πρόσωπο στην κορυφή του ΠΑΣΟΚ. Αφορά το ενδεχόμενο μιας διαφορετικής πολιτικής δυναμικής για ολόκληρο τον χώρο της Κεντροαριστεράς. Αν μια διαφορετική ηγετική φυσιογνωμία θα μπορούσε να απελευθερώσει το πολιτικό κεφάλαιο που διαθέτει το ΠΑΣΟΚ, να διευρύνει την κοινωνική του απήχηση και να μεταφέρει τη δημόσια συζήτηση από τη μάχη για τη δεύτερη θέση στη διεκδίκηση της κυβερνητικής εναλλαγής, είναι ένα ερώτημα που δεν μπορεί πλέον να αγνοείται.
Η πρώτη αφορά τη Μαρία Καρυστιανού.
Αν κάτι φαίνεται πραγματικά να βρίσκεται σήμερα υπό διαμόρφωση, αυτό δεν είναι τόσο το πολιτικό αποτύπωμα της ΕΛΑΣ όσο το ενδεχόμενο πολιτικό αποτύπωμα ενός εγχειρήματος που θα μπορούσε να συνδεθεί με την ίδια.
Πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική κοινωνική δεξαμενή.
Δεν προέρχεται αποκλειστικά από την παραδοσιακή δεξία , ούτε περιορίζεται σε συγκεκριμένους κομματικούς χώρους.
Αντλεί δυναμική από πολίτες που αισθάνονται ότι το πολιτικό σύστημα συνολικά δεν τους εκπροσωπεί, από ανθρώπους που βίωσαν την υπόθεση των Τεμπών ως σημείο ρήξης με το κράτος και από ένα ευρύτερο κύμα απαξίωσης απέναντι στους θεσμούς.
Αυτό ακριβώς καθιστά εξαιρετικά δύσκολη οποιαδήποτε πρόβλεψη.
Δεν είναι ακόμη σαφές ποια είναι η εκλογική βάση ενός τέτοιου εγχειρήματος.
Δεν είναι σαφές ούτε ποιο θα ήταν το δημοσκοπικό του ταβάνι.
Και όταν δεν γνωρίζεις ούτε τη βάση ούτε το όριο μιας δυναμικής, η πολιτική αβεβαιότητα γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.
Η δεύτερη μεγάλη μεταβλητή αφορά τον Αντώνη Σαμαρά.
Το ενδεχόμενο δημιουργίας νέου πολιτικού φορέα εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο έντονης πολιτικής συζήτησης.
Δεν είναι βέβαιο ότι θα συμβεί.
Αν όμως συμβεί, οι συνέπειες ενδέχεται να είναι πολύ ευρύτερες από την απλή προσθήκη ενός ακόμη κόμματος στον πολιτικό χάρτη.
Για τη Νέα Δημοκρατία ίσως αποτελεί τη σημαντικότερη δυνητική εσωτερική πρόκληση.
Ακόμη και μια περιορισμένη εκλογική επίδοση θα μπορούσε να επηρεάσει κρίσιμους εκλογικούς συσχετισμούς, να δημιουργήσει νέα δεδομένα στον χώρο της Κεντροδεξιάς και να λειτουργήσει ως καταλύτης για ευρύτερες πολιτικές εξελίξεις.
Γι' αυτό και η επόμενη εκλογική αναμέτρηση δεν θα κριθεί μόνο από τη σχέση Νέας Δημοκρατίας, ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ.
Θα κριθεί και από παράγοντες που σήμερα βρίσκονται ακόμη σε φάση διαμόρφωσης.
Όμως, πίσω από όλα αυτά, υπάρχει ένας ακόμη παράγοντας που συχνά υποτιμάται.
Η ίδια η κοινωνία.
Γιατί όσο το πολιτικό σύστημα συζητά για δημοσκοπήσεις, συνεργασίες, ποσοστά και επικοινωνιακές στρατηγικές, εκατομμύρια πολίτες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τα ίδια ακριβώς προβλήματα.
Την ακρίβεια.
Τη φορολογική πίεση.
Την αδυναμία απόκτησης κατοικίας.
Την ανασφάλεια για το αύριο.
Την αίσθηση ότι, παρά τις κυβερνητικές διακηρύξεις περί οικονομικής επιτυχίας, η δική τους ζωή δεν βελτιώνεται με τον ίδιο ρυθμό.
Εδώ βρίσκεται ίσως και η μεγαλύτερη αδυναμία ολόκληρου του πολιτικού συστήματος.
Η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τις πολιτικές ισορροπίες, όταν η κοινωνία ζητά λύσεις.
Περιστρέφεται γύρω από τα πρόσωπα, όταν οι πολίτες ζητούν πολιτικές.
Περιστρέφεται γύρω από την επικοινωνία, όταν οι άνθρωποι ζητούν αποτελέσματα.
Γι' αυτό και το πραγματικό διακύβευμα των επόμενων εκλογών δεν θα είναι μόνο ποιος θα τερματίσει πρώτος ή δεύτερος.
Θα είναι αν θα αποκατασταθεί η σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στην κοινωνία και το πολιτικό σύστημα.
Γιατί η εμπιστοσύνη δεν οικοδομείται με ευνοϊκά πρωτοσέλιδα.
Δεν οικοδομείται με τηλεοπτικά πάνελ.Δεν οικοδομείται με δημοσκοπήσεις.
Οικοδομείται όταν ο πολίτης αισθανθεί ότι η πολιτική βελτιώνει πραγματικά τη ζωή του.
Μέχρι τότε, όλες οι δημοσκοπήσεις, όλα τα επικοινωνιακά αφηγήματα και όλες οι πολιτικές κατασκευές θα εξακολουθούν να δοκιμάζονται απέναντι στον πιο αυστηρό κριτή.Την ίδια την κοινωνία.
Γιατί η κοινωνία μπορεί να σιωπά για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Μπορεί ακόμη και να φαίνεται ότι αποδέχεται τους συσχετισμούς που της παρουσιάζονται.
Όταν όμως έρθει η ώρα της κάλπης, δεν ψηφίζει με βάση τους τίτλους των δελτίων ειδήσεων ούτε με βάση τις εντυπώσεις της εβδομάδας.
Ψηφίζει με βάση όσα έζησε.
Με βάση όσα έχασε.
Με βάση όσα ελπίζει ακόμη να κερδίσει.
Και τότε, η πραγματικότητα έχει έναν τρόπο να αποκαθιστά τις ισορροπίες που καμία δημοσκόπηση και κανένας επικοινωνιακός σχεδιασμός δεν μπορεί να εγγυηθεί εκ των προτέρων.
Γράφει ο Πασχάλης Θ. Τόσιος
Για τον Καθημερινό Παρατηρητή
