ΣΗΜΕΙΑ ΑΙΧΜΗΣ

Η ελευθεροτυπία δεν εκβιάζεται – Η κριτική στην εξουσία δεν είναι αδίκημα

Οι δύο πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις, η προσωπική εμπειρία των διώξεων και το δικαίωμα του τοπικού Τύπου να ελέγχει χωρίς φόβο εκείνους που διοικούν

Οι δύο πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις, η προσωπική εμπειρία των διώξεων και το δικαίωμα του τοπικού Τύπου να ελέγχει χωρίς φόβο εκείνους που διοικούν

Δύο πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις, μία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και μία της ελληνικής Δικαιοσύνης, επαναφέρουν στο επίκεντρο μια θεμελιώδη αλήθεια: σε ένα κράτος δικαίου ούτε η εξουσία επιτρέπεται να προκαταλαμβάνει τη Δικαιοσύνη ούτε η Δικαιοσύνη μπορεί να χρησιμοποιείται ως φόβητρο απέναντι στη δημοσιογραφική έρευνα και κριτική.

Η πρώτη απόφαση αφορά την υπόθεση «Marinakis κατά Ελλάδας», με αριθμούς προσφυγών 25916/18 και 37429/18. Στις 23 Ιουνίου 2026, το Γ΄ Τμήμα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι η Ελλάδα παραβίασε το τεκμήριο της αθωότητας, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Στο επίκεντρο βρέθηκαν ανεπίσημες ανακοινώσεις του πρωθυπουργικού γραφείου και δημόσιες τοποθετήσεις υπουργών, οι οποίες, ενώ εκκρεμούσε ποινική διαδικασία, μπορούσαν να δημιουργήσουν στην κοινή γνώμη τη βεβαιότητα ότι η ενοχή είχε ήδη αποδειχθεί. Η απόφαση του ΕΔΔΑ

Η νομική σημασία της απόφασης υπερβαίνει το πρόσωπο του προσφεύγοντος. Το τεκμήριο αθωότητας δεν δεσμεύει μόνο τον φυσικό δικαστή μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου. Δεσμεύει συνολικά την κρατική εξουσία και ιδιαίτερα τους ανώτατους εκπροσώπους της. Ένας υπουργός, ένας κυβερνητικός αξιωματούχος ή ένα επίσημο γραφείο Τύπου δεν μπορεί να παρουσιάζει ως ένοχο έναν πολίτη πριν αποφανθεί η Δικαιοσύνη.

Το Στρασβούργο υπενθύμισε ακόμη ότι η προστασία του τεκμηρίου ισχύει σε ολόκληρη τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, ανεξάρτητα από την τελική της έκβαση. Απέρριψε, συνεπώς, την ένσταση ότι ο προσφεύγων έπρεπε να περιμένει πρώτα την ολοκλήρωση της ποινικής υπόθεσης. Έκρινε επίσης ότι τα ένδικα μέσα που επικαλέστηκε το Ελληνικό Δημόσιο δεν ήταν, στις συγκεκριμένες συνθήκες, επαρκώς διαθέσιμα και αποτελεσματικά. Η ειδική αγωγή που θεσπίστηκε με το άρθρο 7 του νόμου 4596/2019 τέθηκε σε ισχύ μετά την κατάθεση των προσφυγών και δεν μπορούσε να απαιτηθεί η αναδρομική χρησιμοποίησή της.

Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε και η αναφορά υπουργού στις πειθαρχικές του αρμοδιότητες απέναντι σε ανώτατους δικαστές. Η πλειοψηφία του Δικαστηρίου έκρινε ότι, μέσα στο συγκεκριμένο πολιτικό και χρονικό πλαίσιο, η αναφορά αυτή μπορούσε να εκληφθεί ως πίεση προς τους δικαστικούς λειτουργούς. Η σχετική κρίση ελήφθη με οριακή πλειοψηφία τεσσάρων προς τρεις, γεγονός που δείχνει πόσο λεπτή, αλλά και πόσο κρίσιμη, είναι η γραμμή ανάμεσα στη θεσμική τοποθέτηση και στην παρέμβαση στο έργο της Δικαιοσύνης.

Η δεύτερη απόφαση, η υπ’ αριθ. 1798/2026 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφορά την άλλη πλευρά του ίδιου δημοκρατικού προβλήματος: τα όρια ανάμεσα στην προστασία της προσωπικότητας και στην ελευθερία του Τύπου. Το δικαστήριο απέρριψε, σε πρώτο βαθμό, αγωγή αποζημίωσης 250.000 ευρώ κατά δημοσιογραφικού οργανισμού και δημοσιογράφων, η οποία είχε ασκηθεί με αφορμή δημοσίευμα για την υπόθεση των υποκλοπών.

Εδώ συγκρούστηκαν δύο συνταγματικά και συμβατικά προστατευόμενα δικαιώματα. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η προσωπικότητα, η τιμή και η υπόληψη του προσώπου, που προστατεύονται από τα άρθρα 57 και 59 του Αστικού Κώδικα. Από την άλλη βρίσκονται η ελευθερία της έκφρασης και του Τύπου, που κατοχυρώνονται από το άρθρο 14 του Συντάγματος και το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Το άρθρο 25 παράγραφος 1 του Συντάγματος επιβάλλει, όταν τα δικαιώματα συγκρούονται, την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας: ο περιορισμός ενός δικαιώματος δεν μπορεί να υπερβαίνει το απολύτως αναγκαίο μέτρο. Το ισχύον Σύνταγμα της Ελλάδας

Η ελευθερία του Τύπου δεν είναι βεβαίως απεριόριστη. Το άρθρο 10 της Σύμβασης επιτρέπει περιορισμούς για την προστασία της υπόληψης και των δικαιωμάτων των άλλων, αλλά μόνο εφόσον αυτοί προβλέπονται από τον νόμο, υπηρετούν θεμιτό σκοπό και είναι αναγκαίοι σε μια δημοκρατική κοινωνία. Με απλά λόγια, δεν αρκεί κάποιος να δηλώσει ότι ενοχλήθηκε από ένα δημοσίευμα. Το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν το θέμα είχε δημόσιο ενδιαφέρον, ποια ήταν η δημόσια ιδιότητα του θιγομένου, αν υπήρχε επαρκής πραγματική βάση, αν τηρήθηκε η δημοσιογραφική επιμέλεια και αν η γλώσσα του δημοσιεύματος υπερέβη τα αναγκαία όρια.

Στην απόφαση 1798/2026 το δικαστήριο, σύμφωνα με τα δημοσιευμένα αποσπάσματα του σκεπτικού, έκρινε ότι η υπόθεση των υποκλοπών αποτελούσε ζήτημα εξαιρετικού θεσμικού και δημόσιου ενδιαφέροντος, το οποίο είχε ήδη απασχολήσει τη Βουλή, τα ευρωπαϊκά όργανα και τον διεθνή Τύπο. Έκρινε επίσης ότι ο ενάγων, λόγω της θεσμικής του θέσης και των αρμοδιοτήτων που ασκούσε, είχε ήδη καταστεί πρόσωπο της δημόσιας συζήτησης. Το δημοσίευμα, επομένως, δεν αντιμετωπίστηκε ως πράξη προσωπικής στοχοποίησης, αλλά ως συμβολή στην ενημέρωση για μια υπόθεση που η κοινωνία είχε δικαίωμα να γνωρίζει. Δημοσιευμένα αποσπάσματα του σκεπτικού

Κρίσιμη ήταν και η αποδοχή του «δικαιολογημένου ενδιαφέροντος» του άρθρου 367 παράγραφος 1 του Ποινικού Κώδικα. Η διάταξη αυτή δεν προσφέρει γενική ασυλία στον δημοσιογράφο. Αναγνωρίζει, όμως, ότι μια δυσμενής κρίση μπορεί να είναι δικαιολογημένη όταν διατυπώνεται για την προστασία δικαιώματος ή άλλου δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, χωρίς σκοπό εξύβρισης και με επαρκή πραγματική βάση.

Αυτή ακριβώς είναι η ουσία της υπεύθυνης δημοσιογραφίας. Άλλο η είδηση, η οποία πρέπει να στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που μπορούν να ελεγχθούν, και άλλο η αξιολογική κρίση, η οποία δεν αποδεικνύεται με τον ίδιο τρόπο, αλλά οφείλει να διαθέτει επαρκές πραγματικό υπόβαθρο. Η κριτική μπορεί να είναι αυστηρή, αιχμηρή και ενοχλητική. Δεν μπορεί, όμως, να είναι κατασκευασμένη. Η ευρωπαϊκή νομολογία αναγνωρίζει τον Τύπο ως «δημόσιο φύλακα» της δημοκρατίας, υπό την προϋπόθεση ότι οι δημοσιογράφοι ενεργούν με καλή πίστη, δημοσιογραφική επιμέλεια και σεβασμό στην αλήθεια. Νομολογιακές αρχές του ΕΔΔΑ για τον ρόλο των δημοσιογράφων

Ταυτόχρονα, η νομολογία είναι σαφής ως προς τα δημόσια πρόσωπα. Όποιος επιλέγει να ασκήσει πολιτική ή διοικητική εξουσία εκτίθεται συνειδητά σε αυστηρότερο δημόσιο έλεγχο από ό,τι ένας ιδιώτης. Δεν στερείται την τιμή, την υπόληψη και την προσωπικότητά του. Οφείλει, όμως, να ανέχεται ευρύτερα όρια κριτικής για τις πράξεις, τις παραλείψεις και τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται δημόσια εξουσία και δημόσιο χρήμα.

Για εμένα, όλα αυτά δεν αποτελούν μια αφηρημένη νομική συζήτηση. Έχω βρεθεί αντιμέτωπος με διώξεις και δικαστικές διαδικασίες επειδή άσκησα κριτική στον τρόπο με τον οποίο παράγοντες της αυτοδιοίκησης αντιλαμβάνονταν και ασκούσαν την εξουσία τους. Δεν χρειάζεται να αναφερθώ σε ονόματα. Το ουσιαστικό πρόβλημα δεν είναι προσωπικό. Είναι μια νοοτροπία που επανεμφανίζεται κάθε φορά που κάποιος θεωρεί ότι η εκλογή ή η διοικητική του θέση συνοδεύεται από δικαίωμα στη σιωπή των άλλων.

Υπάρχουν παράγοντες που θεωρούν απολύτως θεμιτή τη δημοσιότητα όταν συνοδεύεται από φωτογραφίες, επαίνους και δελτία Τύπου, αλλά τη βαφτίζουν «συκοφαντία» όταν συνοδεύεται από ερωτήσεις. Θέλουν τον Τύπο παρόντα στις εκδηλώσεις τους, αλλά απόντα από τον έλεγχο των αποφάσεών τους. Επιδιώκουν την προβολή που προσφέρει η δημοσιογραφία, χωρίς να αποδέχονται τη λογοδοσία που επιβάλλει.

Αυτή η αντίληψη έχει ασκήσει όλα αυτά τα χρόνια έντονη πίεση στη δημοσιογραφική και εκδοτική αυτονομία του «Καθημερινού Παρατηρητή». Σε μια μικρή κοινωνία, η πίεση δεν ασκείται πάντοτε με απαγορεύσεις. Μπορεί να εκδηλώνεται ως δικαστική απειλή, οικονομική εξουθένωση, προσπάθεια απομόνωσης ή δημιουργία ενός κλίματος στο οποίο ο δημοσιογράφος καλείται να σκεφθεί όχι μόνο αν αυτό που γράφει είναι αληθινό, αλλά και αν αντέχει να πληρώσει το κόστος της δημοσίευσής του.

Αυτό είναι το λεγόμενο «αποτρεπτικό αποτέλεσμα» ή chilling effect. Η φίμωση δεν επιτυγχάνεται μόνο όταν ένα δικαστήριο απαγορεύει ένα δημοσίευμα. Επιτυγχάνεται και όταν το κόστος της υπεράσπισης, η διάρκεια των διαδικασιών και η απειλή μιας υπέρογκης αποζημίωσης οδηγούν τον δημοσιογράφο στην αυτολογοκρισία.

Δεν είναι κάθε αγωγή ή μήνυση αγωγή φίμωσης. Ο νομικός χαρακτηρισμός προϋποθέτει εξέταση του ύψους των απαιτήσεων, της αναλογίας δυνάμεων, της επαναληπτικότητας των διαδικασιών και της σύνδεσής τους με τη συμμετοχή σε δημόσια συζήτηση. Όμως η ευρωπαϊκή έννομη τάξη αναγνωρίζει πλέον επισήμως τον κίνδυνο. Η Οδηγία (ΕΕ) 2024/1069 προβλέπει εργαλεία όπως η έγκαιρη απόρριψη προδήλως αβάσιμων αξιώσεων, η εγγύηση για τα δικαστικά έξοδα και η επιβολή του κόστους ή άλλων αποτελεσματικών μέτρων σε βάρος εκείνων που καταχρώνται τη δικαστική διαδικασία. Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά των SLAPP

Η απάντηση, επομένως, δεν βρίσκεται ούτε στην ασυδοσία του Τύπου ούτε στην ασυλία της εξουσίας. Βρίσκεται στην τεκμηριωμένη δημοσιογραφία, στην ανεξάρτητη Δικαιοσύνη και στην ακριβοδίκαιη στάθμιση των δικαιωμάτων.

Δεν ζητούμε το δικαίωμα να συκοφαντούμε. Διεκδικούμε το δικαίωμα να ερευνούμε, να ρωτάμε, να κρίνουμε και να αποκαλύπτουμε. Δεν ζητούμε να βρισκόμαστε υπεράνω του νόμου. Απαιτούμε ο νόμος να μη μετατρέπεται σε μέσο εκφοβισμού εκείνων που ελέγχουν την εξουσία.

Ο «Καθημερινός Παρατηρητής» δεν υπήρξε και δεν πρόκειται να γίνει  δελτίο Τύπου, φωτογραφικό λεύκωμα αιρετών ή μηχανισμός χειροκροτητών. Η ανεξαρτησία του δεν είναι προσωπική πολυτέλεια του εκδότη. Είναι δικαίωμα των αναγνωστών του.

Γιατί μια εφημερίδα που φοβάται εκείνους που διοικούν δεν υπηρετεί τους πολίτες. Υπηρετεί την εξουσία.

Και η ελευθεροτυπία, όταν είναι υπεύθυνη, τεκμηριωμένη και έντιμη, δεν απειλείται, δεν εξαγοράζεται και δεν εκβιάζεται.

Γράφει ο Πασχάλης Θ. Τόσιος

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΣΗΜΕΙΑ ΑΙΧΜΗΣ
Ήρωες για δέκα λεπτά και μετά η επόμενη είδηση - Γράφει ο Πασχάλης Θ. Τόσιος
ΣΗΜΕΙΑ ΑΙΧΜΗΣ
Όταν η καταστροφή γίνεται θέαμα κι εμείς μένουμε στην παραλία
ΣΗΜΕΙΑ ΑΙΧΜΗΣ
Η κοινωνία της χαμηλής προσδοκίας - Γράφει ο Πασχάλης Θ. Τόσιος
ΣΗΜΕΙΑ ΑΙΧΜΗΣ
Από τα χρόνια της ευμάρειας στην κάστα των λίγων: Η εθνική μας μελαγχολία - Της Διαμάντως Φραγγεδάκη
ΣΗΜΕΙΑ ΑΙΧΜΗΣ
52 Χρόνια Δημοκρατίας: Να τελειώνουμε με τον τυχοδιωκτισμό της πολιτικής βιτρίνας - Γράφει ο Πασχάλης Θ. Τόσιος
ΣΗΜΕΙΑ ΑΙΧΜΗΣ
Ο «κόκκινος» Ανδρέας: Οι ιδεολογικές αναζητήσεις που διαμόρφωσαν τον ηγέτη της Αλλαγής
ΣΗΜΕΙΑ ΑΙΧΜΗΣ
Διεύρυνση χωρίς πυξίδα: Οι «μεταγραφές από το κάτω ράφι» δεν κάνουν το ΠΑΣΟΚ μεγάλη παράταξη - Γράφει ο Πασχάλης Θ. Τόσιος
ΣΗΜΕΙΑ ΑΙΧΜΗΣ
Ανασφάλεια, θυμός, απελπισία: Ο καθρέφτης της ελληνικής κοινωνίας σήμερα - Γράφει ο Πασχάλης Θ. Τόσιος