Ήρωες για δέκα λεπτά και μετά η επόμενη είδηση - Γράφει ο Πασχάλης Θ. Τόσιος
Οι τρεις νεκροί πυροσβέστες και μια κοινωνία που έμαθε να παρακολουθεί την καταστροφή από ασφαλή απόσταση
Οι τρεις νεκροί πυροσβέστες και μια κοινωνία που έμαθε να παρακολουθεί την καταστροφή από ασφαλή απόσταση
Χθες η χώρα μας δεν έχασε απλώς τρεις πυροσβέστες. Έχασε τρεις ανθρώπους που βρέθηκαν εκεί όπου οι περισσότεροι από εμάς δεν θα τολμούσαμε να πλησιάσουμε. Ο Παντελής Διαμαντάκης, ο Μανώλης Στρατιδάκης και ο Κωνσταντίνος Λαιμοδέτης έφυγαν από τα σπίτια τους για να προστατεύσουν τις ζωές, τις περιουσίες και τον τόπο των άλλων. Δεν επέστρεψαν ποτέ στις δικές τους οικογένειες.
Η τραγωδία αυτή δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ακόμη ένας αριθμός στον μακρύ απολογισμό των καλοκαιρινών πυρκαγιών. Δεν είναι μια δραματική είδηση που θα παραμείνει για λίγες ώρες στην κορυφή της επικαιρότητας και ύστερα θα παραχωρήσει τη θέση της στο επόμενο γεγονός. Είναι μια βαθιά πληγή και ταυτόχρονα ένας καθρέφτης μέσα στον οποίο οφείλουμε να κοιτάξουμε τη συμπεριφορά μας ως κοινωνία.
Πριν από λίγες ημέρες, μια φωτογραφία από τη λίμνη Λακανώ στη νοτιοδυτική Γαλλία έκανε τον γύρο του κόσμου. Στο βάθος, ένα πελώριο σύννεφο καπνού σκέπαζε τον ουρανό και το δάσος καιγόταν. Στο προσκήνιο, δύο άνθρωποι κάθονταν ατάραχοι στην παραλία, κάτω από την ομπρέλα τους, ανάμεσα σε σαγιονάρες, ψυγειάκια και πετσέτες. Η μία φιγούρα κρατούσε το κινητό και φωτογράφιζε τη φωτιά. Η εικόνα τραβήχτηκε στις 24 Ιουλίου από τον φωτορεπόρτερ Maximilien Lamy για το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων.
Η συγκεκριμένη φωτογραφία ξεπερνά τα πρόσωπα που απεικονίζει. Δεν γνωρίζουμε τι είχαν κάνει πριν ούτε τι έκαναν αργότερα. Δεν έχει νόημα να τους δικάσουμε. Η δύναμή της βρίσκεται στον συμβολισμό της. Οι δύο καθισμένες φιγούρες γίνονται, χωρίς να το επιδιώκουν, η εικόνα μιας κοινωνίας που παρακολουθεί την καταστροφή, αρκεί αυτή να βρίσκεται ακόμη απέναντι. Αρκεί να μη φτάνει στη δική της παραλία, στο δικό της σπίτι, στη δική της οικογένεια.
Αυτή η συμπεριφορά δεν περιορίζεται σε μια φωτογραφία, σε ένα νησί ή σε ένα συγκεκριμένο περιστατικό. Τη συναντάμε καθημερινά γύρω μας. Άνθρωποι συνεχίζουν τη διασκέδαση ενώ σε μικρή απόσταση άλλοι δίνουν μάχη με τις φλόγες. Κάποιοι στέκονται μπροστά στην καταστροφή όχι για να βοηθήσουν, αλλά για να εξασφαλίσουν το πιο εντυπωσιακό βίντεο. Άλλοι κοινοποιούν εικόνες από καμένα σπίτια, τραυματισμένους ανθρώπους και νεκρά ζώα σαν να πρόκειται για ένα ακόμη θέαμα μέσα στην αδιάκοπη ροή των κοινωνικών δικτύων.
Η πυρκαγιά μετατρέπεται σε σκηνικό. Η ανθρώπινη αγωνία σε «περιεχόμενο». Ο θάνατος σε είδηση λίγων λεπτών.
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι η ψυχραιμία. Η ψυχραιμία είναι απαραίτητη στις δύσκολες στιγμές. Αυτό που τρομάζει είναι η απάθεια, η αταραξία απέναντι στον πόνο του άλλου και η πεποίθηση ότι τίποτε δεν μας αφορά μέχρι να χτυπήσει τη δική μας πόρτα. Το δάσος κάποιου άλλου, το σπίτι κάποιου άλλου, η οικογένεια κάποιου άλλου, ο νεκρός μιας άλλης πόλης. Όσο η καταστροφή δεν έχει το δικό μας όνομα, μπορούμε να συνεχίζουμε κανονικά.
Μοιάζουμε να έχουμε οικοδομήσει μικρές ιδιωτικές ζώνες ασφάλειας μέσα σε μια κοινωνία που καταρρέει. Κλείνουμε γύρω μας έναν νοητό κύκλο και θεωρούμε ότι όσα συμβαίνουν έξω από αυτόν δεν μας αφορούν. Βλέπουμε, καταγράφουμε, σχολιάζουμε και ύστερα επιστρέφουμε στην καθημερινότητά μας. Η επανάληψη της τραγωδίας δεν μας έκανε σοφότερους ή περισσότερο αλληλέγγυους. Μας έκανε εξοικειωμένους.
Βέβαια, η ευθύνη δεν μπορεί να μεταφέρεται αποκλειστικά στον πολίτη. Η δασοπροστασία, η πρόληψη, η επαρκής στελέχωση, ο σύγχρονος εξοπλισμός και η ασφάλεια των ανθρώπων που επιχειρούν αποτελούν υποχρεώσεις της Πολιτείας. Οι νεκροί πυροσβέστες δεν πρέπει να μετατρέπονται σε άλλοθι για να κλείσει η συζήτηση γύρω από τις ευθύνες. Ο χαρακτηρισμός «ήρωες» δεν αρκεί. Αντίθετα, πρέπει να ανοίγει τα δύσκολα ερωτήματα: Έγιναν όλα όσα έπρεπε για να προστατευθούν; Υπήρχε ο αναγκαίος σχεδιασμός; Διέθεταν τα κατάλληλα μέσα και ασφαλείς οδούς διαφυγής; Μπορούσε να αποτραπεί η τραγωδία;
Ο σεβασμός στους νεκρούς δεν επιβάλλει σιωπή. Επιβάλλει αλήθεια, έρευνα και λογοδοσία.
Σήμερα οι τρεις πυροσβέστες θα αποκληθούν ήρωες. Θα εκδοθούν ανακοινώσεις, θα γραφτούν συγκινητικές αναρτήσεις και οι φωτογραφίες τους θα γεμίσουν για λίγες ώρες τις οθόνες. Σε λίγο, όμως, η επικαιρότητα θα βρει το επόμενο θέμα. Η συγκίνηση θα υποχωρήσει και τα μεγάλα λόγια θα χαθούν μέσα στη συλλογική λήθη.
Αυτός ο ηρωισμός των δέκα λεπτών είναι σχεδόν προσβλητικός. Οι πυροσβέστες δεν χρειάζονται μεταθανάτια χειροκροτήματα. Χρειάζονται μια οργανωμένη Πολιτεία που θα τους επιτρέπει να επιστρέφουν ζωντανοί στα σπίτια τους και μια κοινωνία που θα αντιλαμβάνεται ότι η προστασία του τόπου δεν είναι υπόθεση κάποιων «άλλων».
Και τότε γεννιέται αναπόφευκτα ένα σκληρό ερώτημα: αξίζει να χάσει κάποιος τη ζωή του για μια κοινωνία που θα τον αποκαλέσει ήρωα για δέκα λεπτά και ύστερα θα περάσει ατάραχη στην επόμενη είδηση;
Η απάντηση είναι ότι καμία κοινωνία δεν δικαιούται να απαιτεί ανθρώπινες θυσίες. Οι πυροσβέστες δεν γεννήθηκαν για να πεθαίνουν. Δεν είναι αναλώσιμοι πρωταγωνιστές μιας εποχικής τραγωδίας. Είναι άνθρωποι που, μετά το τέλος κάθε αποστολής, πρέπει να επιστρέφουν στις οικογένειές τους.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν εκείνοι έπρεπε να θυσιαστούν για εμάς. Είναι αν εμείς κάνουμε όσα μας αναλογούν για να αξίζουμε την προσφορά τους.
Στην παραβολή του κολιμπρί, όταν το δάσος παίρνει φωτιά, όλα τα ζώα τρέχουν να σωθούν. Μόνο το μικρό πουλί επιστρέφει ξανά και ξανά, μεταφέροντας στο ράμφος του μία σταγόνα νερό. «Δεν μπορείς να σβήσεις τη φωτιά», του φωνάζουν. «Το ξέρω», απαντά. «Κάνω, όμως, αυτό που μου αναλογεί».
Η δική μας σταγόνα δεν είναι να υποκαταστήσουμε τους πυροσβέστες. Είναι να προλαμβάνουμε, να ενημερώνουμε, να βοηθάμε, να ακολουθούμε τις οδηγίες, να στεκόμαστε δίπλα στους πληγέντες και να απαιτούμε σχέδιο, μέσα, στελέχωση και λογοδοσία. Είναι να αρνούμαστε να μετατρέψουμε την καταστροφή σε θέαμα και τον ανθρώπινο πόνο σε ακόμη μία εικόνα προς κατανάλωση.
Οι τρεις πυροσβέστες δεν χρειάζονται να γίνουν ήρωες για δέκα λεπτά. Χρειάζονται να μείνουν στη μνήμη μας και η απώλειά τους να γίνει απαίτηση για ουσιαστική αλλαγή.
Γιατί μια κοινωνία δεν κρίνεται από το πόσους ήρωες αποχαιρετά. Κρίνεται από το πόσες θυσίες καταφέρνει να αποτρέψει και από το αν, όταν βλέπει τη φωτιά απέναντι, παραμένει καθισμένη στην παραλία ή σηκώνεται επιτέλους όρθια.
