Η «θεσμική ομερτά» ως νέα κανονικότητα: Όταν η δικαιοσύνη γίνεται το σεντόνι της συγκάλυψης
Τρεις αιώνες μετά την προειδοποίηση του Μοντεσκιέ ότι η χειρότερη τυραννία είναι εκείνη που ασκείται «υπό το πρόσχημα της δικαιοσύνης», η ελληνική πραγματικότητα του 2026 μοιάζει να μετατρέπει το απόφθεγμα σε κυβερνητικό εγχειρίδιο. Μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα, το οικοδόμημα του Κράτους Δικαίου στην Ελλάδα υπέστη πλήγματα που δεν χαρακτηρίζονται πλέον ως «αστοχίες», αλλά ως μια συντονισμένη επιχείρηση θεσμικής αποστείρωσης.
Τρεις αιώνες μετά την προειδοποίηση του Μοντεσκιέ ότι η χειρότερη τυραννία είναι εκείνη που ασκείται «υπό το πρόσχημα της δικαιοσύνης», η ελληνική πραγματικότητα του 2026 μοιάζει να μετατρέπει το απόφθεγμα σε κυβερνητικό εγχειρίδιο. Μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα, το οικοδόμημα του Κράτους Δικαίου στην Ελλάδα υπέστη πλήγματα που δεν χαρακτηρίζονται πλέον ως «αστοχίες», αλλά ως μια συντονισμένη επιχείρηση θεσμικής αποστείρωσης.
Το «Βαθύ Λούκι» των υποκλοπών
Η απόφαση του Αρείου Πάγου να θέσει ξανά στο αρχείο το σκάνδαλο των υποκλοπών, αγνοώντας προκλητικά τα ευρήματα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αποτελεί μνημείο νομικού παραλογισμού. Όταν ένα δικαστήριο επιβάλλει ποινές-μαμούθ 126 ετών σε εμπλεκόμενους για κατασκοπεία και παραβιάσεις, το να ισχυρίζεται η ανώτατη εισαγγελική αρχή ότι «δεν υπάρχουν νέα στοιχεία» δεν είναι απλώς μια διαφωνία ερμηνείας· είναι μια συνειδητή τύφλωση.
Η δυσωδία που αναδύθηκε από τις αίθουσες των δικαστηρίων, περιγράφοντας ένα παρακράτος που παρακολουθούσε την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων και την πολιτική ηγεσία της χώρας, φαίνεται πως «σταματά» στα σκαλιά του Αρείου Πάγου. Η Δικαιοσύνη, αντί να είναι ο ιχνηλάτης της αλήθειας, μετατρέπεται στον «νεκροθάφτη» της, θάβοντας τις ευθύνες κάτω από τόνους δικονομικής σκόνης.
Τέμπη: Η Πολιτική Ευθύνη στα Αζήτητα
Την ίδια στιγμή, η στάση του Δημοσίου στη δίκη για το έγκλημα των Τεμπών προκαλεί ρίγη κυνισμού. Η επίσημη γραμμή είναι πλέον ξεκάθαρη: Για τον διαλυμένο σιδηρόδρομο, για τα ανύπαρκτα συστήματα ασφαλείας, για τις προειδοποιήσεις που αγνοήθηκαν επιδεικτικά από υπουργούς και γραμματείς, φταίει μόνο ο τελευταίος τροχός της αμάξης.
Το κράτος παρίσταται στη δίκη όχι για να αναζητήσει το «γιατί», αλλά για να οχυρώσει το «ποιος». Η προσπάθεια περιορισμού της ευθύνης στον σταθμάρχη και τον επιθεωρητή είναι μια βάναυση προσβολή στη μνήμη των 57 θυμάτων και μια ξεκάθαρη δήλωση: Το πολιτικό προσωπικό της χώρας απολαμβάνει μια άτυπη, αλλά απόλυτη ασυλία.
Ο Κέρβερος που εγινε φύλακας του συστήματος
Πριν από μόλις δέκα ημέρες, ο Πρωθυπουργός εμφανίστηκε στη Βουλή ως ο υπέρτατος υπερασπιστής των θεσμών. Σήμερα, οι πράξεις των οργάνων που τελούν υπό την επιρροή ή την εποπτεία της εκτελεστικής εξουσίας τον διαψεύδουν με κρότο.
Η σύγκριση με το «βρώμικο '89» φαντάζει πλέον φτωχή. Τότε, η σύγκρουση ήταν ωμή και ορατή. Σήμερα, η διάβρωση είναι υπόγεια και «νομότυπη». Δεν χρειάζονται τσάντες με «γουνάκια» όταν μπορείς να έχεις δικαστικές αποφάσεις που αρχειοθετούν τη βρωμιά και νομικούς εκπροσώπους που μετατρέπουν το κρατικό έγκλημα σε «ανθρώπινο λάθος».
Το συμπέρασμα είναι οδυνηρό: Όταν οι θεσμοί αυτοπροστατεύονται αντί να προστατεύουν τον πολίτη, η δημοκρατία δεν πεθαίνει με μια έκρηξη, αλλά με μια υπογραφή σε ένα έγγραφο αρχειοθέτησης. Η Ελλάδα του 2026 κινδυνεύει να μείνει στην ιστορία ως η χώρα όπου η αλήθεια πνίγηκε μέσα στην ίδια της τη Δικαιοσύνη.
Γράφει ο Πασχάλης θ. Τόσιος