Κράτος Δικαίου χωρίς λογοδοσία: το άλλο όνομα της ανισότητας - Τόσιος θ. Πασχάλης
Η υπόθεση των υποκλοπών είναι ενδεικτική. Είτε θεωρείται κορυφαία θεσμική κρίση είτε όχι, είναι βέβαιο ότι απαιτούσε πλήρη, ουσιαστική και εξαντλητική διερεύνηση. Όχι διαδικασίες που αφήνουν πίσω τους περισσότερα ερωτήματα από όσα επιλύουν. Γιατί όταν η Δικαιοσύνη δεν πείθει, δεν προστατεύεται το κύρος της , διαβρώνεται.
Η υπόθεση των υποκλοπών είναι ενδεικτική. Είτε θεωρείται κορυφαία θεσμική κρίση είτε όχι, είναι βέβαιο ότι απαιτούσε πλήρη, ουσιαστική και εξαντλητική διερεύνηση. Όχι διαδικασίες που αφήνουν πίσω τους περισσότερα ερωτήματα από όσα επιλύουν. Γιατί όταν η Δικαιοσύνη δεν πείθει, δεν προστατεύεται το κύρος της , διαβρώνεται.
Η δημόσια συζήτηση για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα μοιάζει όλο και περισσότερο με μια άσκηση αποφυγής της ουσίας. Η αντιπολίτευση επιλέγει συχνά μια «ασφαλή» γραμμή: γενικές αναφορές και πολιτική στοχοποίηση της κυβέρνησης, χωρίς να αγγίζει τον πυρήνα του προβλήματος. Γιατί η αλήθεια είναι πιο σύνθετη , και σαφώς πιο άβολη.
Το έλλειμμα δεν εξαντλείται στην εκτελεστική εξουσία. Αγγίζει τον τρόπο που λειτουργούν συνολικά οι θεσμοί. Και, πρωτίστως, τον τρόπο που λειτουργεί η Δικαιοσύνη όταν δεν λογοδοτεί ουσιαστικά.
Διότι εκεί βρίσκεται η κρίσιμη τομή: όπου οι θεσμοί παύουν να λειτουργούν με όρους διαφάνειας και ελέγχου, δεν παράγουν απλώς δυσλειτουργίες ,παράγουν ανισότητες. Και μάλιστα δομικές. Δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η ισονομία γίνεται σχετική έννοια και η εφαρμογή του νόμου μετατρέπεται σε υπόθεση συσχετισμών, επιρροών και σιωπηρών ισορροπιών.
Σε μια τέτοια συνθήκη, η Δικαιοσύνη κινδυνεύει να χάσει τον θεμελιώδη της ρόλο ως εγγυητής της ισότητας. Όταν κρίσιμες υποθέσεις κλείνουν με αιτιολογίες που δεν πείθουν, όταν η αξιολόγηση των στοιχείων γεννά ερωτήματα και όχι βεβαιότητες, όταν η κοινωνία αντιλαμβάνεται ότι δεν ισχύουν τα ίδια μέτρα και σταθμά για όλους, τότε το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι βαθιά θεσμικό.
Και ακριβώς εδώ αποτυγχάνει ο πολιτικός λόγος που επιλέγει την ευκολία. Δεν μπορείς να μιλάς για κράτος δικαίου και να αποφεύγεις την ουσιαστική κριτική στη λειτουργία της Δικαιοσύνης. Δεν μπορείς να περιορίζεις το πρόβλημα αποκλειστικά στην κυβέρνηση, όταν το ζήτημα αφορά τον ίδιο τον μηχανισμό απονομής της δικαιοσύνης.
Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης δεν είναι προνόμιο ασυλίας. Είναι ευθύνη. Και αυτή η ευθύνη προϋποθέτει διαφάνεια, πειστική αιτιολόγηση και, κυρίως, λογοδοσία. Χωρίς αυτά, η ανεξαρτησία μετατρέπεται εύκολα σε απόσταση από την κοινωνία και τελικά σε έλλειμμα εμπιστοσύνης.
Η υπόθεση των υποκλοπών είναι ενδεικτική. Είτε θεωρείται κορυφαία θεσμική κρίση είτε όχι, είναι βέβαιο ότι απαιτούσε πλήρη, ουσιαστική και εξαντλητική διερεύνηση. Όχι διαδικασίες που αφήνουν πίσω τους περισσότερα ερωτήματα από όσα επιλύουν. Γιατί όταν η Δικαιοσύνη δεν πείθει, δεν προστατεύεται το κύρος της , διαβρώνεται.
Και μέσα σε αυτό το τοπίο, η στάση της αντιπολίτευσης αποδεικνύεται κατώτερη των περιστάσεων. Γιατί ηγετικός λόγος δεν είναι η επανάληψη γενικών διαπιστώσεων, αλλά η τόλμη να ειπωθεί το προφανές: ότι χωρίς λογοδοσία, κανένας θεσμός δεν μπορεί να εγγυηθεί δικαιοσύνη. Και χωρίς δικαιοσύνη, δεν υπάρχει ισότητα.
Σε μια ώριμη δημοκρατία, καμία εξουσία δεν βρίσκεται στο απυρόβλητο. Η εκτελεστική ελέγχεται. Η νομοθετική επίσης. Η δικαστική δεν μπορεί να αποτελεί εξαίρεση. Όχι για να υποκατασταθεί από την πολιτική, αλλά για να υπηρετήσει τον θεσμικό της ρόλο με πληρότητα και αξιοπιστία.
Γιατί, τελικά, το διακύβευμα δεν είναι η προστασία των θεσμών από την κριτική. Είναι η προστασία της κοινωνίας από τη στρέβλωση των θεσμών.
Και όταν οι θεσμοί δεν λογοδοτούν, δεν παράγουν δικαιοσύνη.
Παράγουν ανισότητα , με τη σφραγίδα του νόμου.
Γράφει ο Πασχάλης Θ. Τόσιος
