ΣΗΜΕΙΑ ΑΙΧΜΗΣ

Όταν το «βαθύ κράτος» φοράει άμφια - Γράφει ο Πασχάλης θ. Τόσιος

Ο διπλασιασμός των μισθών των μητροπολιτών και η πολιτική πρόκληση μιας κυβέρνησης που ζητά θυσίες από τους πολλούς και προνόμια για τους λίγους

Ο διπλασιασμός των μισθών των μητροπολιτών και η πολιτική πρόκληση μιας κυβέρνησης που ζητά θυσίες από τους πολλούς και προνόμια για τους λίγους

Υπάρχουν αποφάσεις που προκαλούν πολιτική αντιπαράθεση. Υπάρχουν αποφάσεις που δημιουργούν εύλογα ερωτήματα. Και υπάρχουν αποφάσεις που συνιστούν ευθεία πρόκληση απέναντι στην κοινωνία.

Ο σχεδόν διπλασιασμός των αποδοχών των μητροπολιτών ανήκει αναμφίβολα στην τελευταία κατηγορία.

Σε μια χώρα όπου οι εργαζόμενοι βλέπουν τους μισθούς τους να εξανεμίζονται πριν τελειώσει ο μήνας, όπου οι συνταξιούχοι μετρούν το κάθε ευρώ στο φαρμακείο και στο σούπερ μάρκετ, όπου νέοι άνθρωποι αδυνατούν να νοικιάσουν ή να αγοράσουν κατοικία και όπου το Εθνικό Σύστημα Υγείας συνεχίζει να λειτουργεί στα όρια της αντοχής του, η κυβέρνηση αποφάσισε ότι η μεγάλη κοινωνική προτεραιότητα του 2026 είναι η θεαματική αύξηση των αποδοχών των ανώτατων ιεραρχών της Εκκλησίας.

Και μάλιστα όχι μια συμβολική αναπροσαρμογή.

Αλλά αυξήσεις που αγγίζουν το 90% και σε ορισμένες περιπτώσεις προσεγγίζουν τον διπλασιασμό των αποδοχών.

Το μήνυμα είναι σαφές.Για τους πολλούς υπάρχουν δημοσιονομικοί περιορισμοί.

Για τους ισχυρούς υπάρχουν πάντα διαθέσιμοι πόροι.


Οι προτεραιότητες μιας εξουσίας

Τα τελευταία χρόνια οι πολίτες έχουν ακούσει αμέτρητες φορές ότι «δεν υπάρχουν περιθώρια».

Δεν υπάρχουν περιθώρια για ουσιαστικές αυξήσεις στους μισθούς.

Δεν υπάρχουν περιθώρια για τη στήριξη των χαμηλοσυνταξιούχων.

Δεν υπάρχουν περιθώρια για γενναία ενίσχυση της δημόσιας υγείας.

Δεν υπάρχουν περιθώρια για τους νέους που εγκαταλείπουν τη χώρα αναζητώντας αξιοπρεπείς αμοιβές και καλύτερες συνθήκες ζωής.

Ξαφνικά όμως, όταν η συζήτηση φτάνει στην εκκλησιαστική ιεραρχία, τα περιθώρια εμφανίζονται.

Και όχι απλώς εμφανίζονται, αλλά ανοίγουν διάπλατα.

Η αντίφαση είναι τόσο κραυγαλέα που δύσκολα μπορεί να κρυφτεί πίσω από λογιστικά επιχειρήματα και υπηρεσιακές δικαιολογίες.

Γιατί εδώ δεν μιλάμε για αριθμούς.Μιλάμε για πολιτικές επιλογές.

Και κάθε πολιτική επιλογή αποκαλύπτει τις πραγματικές προτεραιότητες μιας κυβέρνησης.


Η Εκκλησία ως πυλώνας του συστήματος εξουσίας

Η Εκκλησία στην Ελλάδα δεν είναι ένας απλός θρησκευτικός θεσμός.

Αποτελεί διαχρονικά έναν από τους ισχυρότερους πυλώνες επιρροής στην ελληνική κοινωνία. Διαθέτει οργανωμένο δίκτυο σε κάθε γωνιά της χώρας, ισχυρή παρουσία στην περιφέρεια, δυνατότητα παρέμβασης στον δημόσιο διάλογο και άμεση επαφή με εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες.

Αυτή είναι η πραγματικότητα.

Και ακριβώς γι’ αυτό οι περισσότερες κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης επέλεξαν να διατηρούν μια προνομιακή σχέση με την εκκλησιαστική ηγεσία, αναγνωρίζοντας την κοινωνική και πολιτική της επιρροή.Υπήρξαν όμως και εξαιρέσεις.

Το 2010, εν μέσω της βαθύτερης οικονομικής κρίσης που γνώρισε η χώρα, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ προχώρησε στη φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας που είχε εμπορική αξιοποίηση και απέφερε εισόδημα. Ήταν μία από τις ελάχιστες φορές που τέθηκε έμπρακτα το ζήτημα της φορολογικής ισότητας ανάμεσα στην Εκκλησία και κάθε άλλο φορέα που ασκεί οικονομική δραστηριότητα.

Η επιλογή εκείνη προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις, ωστόσο άνοιξε μια συζήτηση που παραμένει μέχρι σήμερα επίκαιρη: μπορεί να υπάρχει σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος χωρίς σαφείς κανόνες διαφάνειας, φορολόγησης και λογοδοσίας για κάθε περιουσία που παράγει οικονομικό όφελος;

Δεκαέξι χρόνια αργότερα, αντί η συζήτηση να αφορά τον εκσυγχρονισμό των σχέσεων κράτους και Εκκλησίας, βρισκόμαστε μπροστά σε μια απόφαση που κινείται προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση: την περαιτέρω ενίσχυση ενός ήδη προνομιακού καθεστώτος.

Η σημερινή κυβέρνηση δεν φαίνεται να αποτελεί εξαίρεση στη διαχρονική λογική των αμοιβαίων διευκολύνσεων μεταξύ πολιτικής και εκκλησιαστικής εξουσίας.

Αντίθετα, η συγκεκριμένη απόφαση μοιάζει να επιβεβαιώνει ότι η σχέση αυτή παραμένει ένας από τους πιο ανθεκτικούς μηχανισμούς του ελληνικού συστήματος.

Ενός συστήματος που συχνά περιγράφεται με δύο λέξεις:

Βαθύ κράτος.

Όχι το βαθύ κράτος των θεωριών συνωμοσίας.

Αλλά το πραγματικό βαθύ κράτος.Το πλέγμα σχέσεων, εξαρτήσεων, αλληλοστηρίξεων
 και αμοιβαίων εξυπηρετήσεων που επιβιώνει ανεξάρτητα από κυβερνήσεις και εκλογικούς κύκλους.


Προεκλογικό άρωμα και πολιτικό μήνυμα

Η χρονική συγκυρία δεν περνά απαρατήρητη.

Μια κυβέρνηση που βρίσκεται αντιμέτωπη με τη φθορά της εξουσίας, τα σκάνδαλα των υποκλοπών, τις αποκαλύψεις για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, την ακρίβεια και τη διαρκή κοινωνική δυσαρέσκεια, επιλέγει να ενισχύσει οικονομικά έναν θεσμό με διαχρονική επιρροή σε σημαντικά τμήματα του εκλογικού σώματος.

Είναι φυσικό να γεννώνται ερωτήματα.

Ποια ακριβώς κοινωνική ανάγκη εξυπηρετεί αυτή η απόφαση;

Ποιο πρόβλημα επιλύει;

Ποια αδικία αποκαθιστά;

Και κυρίως:

Γιατί αυτή η γενναιοδωρία δεν επιδείχθηκε απέναντι στους νοσηλευτές, στους εκπαιδευτικούς, στους πυροσβέστες, στους χαμηλοσυνταξιούχους ή στους νέους ανθρώπους που παλεύουν να επιβιώσουν;


Η σιωπή των «φιλελεύθερων»

Υπάρχει όμως και μία ακόμη διάσταση.

Οι ίδιοι πολιτικοί χώροι που μιλούν καθημερινά για περιορισμό του κράτους, για ιδιωτικοποιήσεις, για λιγότερο δημόσιο τομέα και για ελεύθερη αγορά, εμφανίζονται ξαφνικά εξαιρετικά άνετοι όταν το Δημόσιο καλείται να χρηματοδοτήσει γενναία την εκκλησιαστική ιεραρχία.

Οι ίδιοι που καταγγέλλουν κάθε κοινωνική δαπάνη ως «υπερβολική», δεν φαίνεται να ενοχλούνται από μια τόσο μεγάλη επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού.

Αν πράγματι πιστεύουν στον περιορισμό του κράτους, γιατί δεν τολμούν να ανοίξουν τη συζήτηση για τον διαχωρισμό κράτους και Εκκλησίας;

Γιατί δεν ζητούν η Εκκλησία να αυτοχρηματοδοτείται από την περιουσία και τις δραστηριότητές της, όπως συμβαίνει σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες;

Η απάντηση είναι μάλλον προφανής.

Γιατί όταν η πολιτική σκοπιμότητα συναντά την εκλογική επιρροή, οι ιδεολογικές αρχές συχνά υποχωρούν.


Μια απόφαση που προσβάλλει το κοινό αίσθημα

Η ελληνική κοινωνία μπορεί να ανέχτηκε πολλά τα τελευταία χρόνια.

Μνημόνια.Περικοπές.Ακρίβεια.Υποβάθμιση δημόσιων υπηρεσιών.

Αλλά εξακολουθεί να διακρίνει πότε μια απόφαση υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και πότε εξυπηρετεί συγκεκριμένα κέντρα ισχύος.

Ο σχεδόν διπλασιασμός των αποδοχών των μητροπολιτών δεν αποτελεί κοινωνική πολιτική.

Δεν αποτελεί μεταρρύθμιση.

Δεν αποτελεί πράξη δικαιοσύνης.

Αποτελεί μια βαθιά συμβολική πολιτική πράξη που αποκαλύπτει τις πραγματικές προτεραιότητες της εξουσίας.

Και οι προτεραιότητες αυτές δεν βρίσκονται δίπλα στον εργαζόμενο, στον άνεργο, στον συνταξιούχο ή στον ασθενή που περιμένει μήνες για μια εξέταση.

Βρίσκονται εκεί όπου διαχρονικά αναζητούσε στήριξη το πολιτικό σύστημα.

Στα προνομιακά κέντρα επιρροής.

Και γι’ αυτό η συγκεκριμένη απόφαση δεν είναι απλώς άστοχη.

Είναι μια πολιτική επιλογή βαθιά προκλητική, που εκπέμπει το μήνυμα ότι στην Ελλάδα του 2026 εξακολουθούν να υπάρχουν πολίτες δύο ταχυτήτων: εκείνοι που καλούνται να κάνουν διαρκώς θυσίες και εκείνοι για τους οποίους το κράτος βρίσκει πάντοτε τον τρόπο να είναι γενναιόδωρο.