Τ' ΑΠΑΡΑΤΗΡΗΤΑ

Ποιος είναι τελικά «για τα μπάζα», κύριε Υπουργέ;

Η πολιτική έχει έναν αμείλικτο κανόνα: πριν χαρακτηρίσεις τους άλλους, φρόντισε να μη σε διαψεύσουν τα ίδια τα γεγονότα.

Η πολιτική έχει έναν αμείλικτο κανόνα: πριν χαρακτηρίσεις τους άλλους, φρόντισε να μη σε διαψεύσουν τα ίδια τα γεγονότα.

Ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για όσους επέμεναν να αναδεικνύουν την υπόθεση του «μπαζώματος» στα Τέμπη. Επέλεξε τη σύγκρουση, την ειρωνεία και την απαξίωση αντί της θεσμικής αυτοσυγκράτησης που επιβάλλει το αξίωμά του. Ξέχασε, όμως, ότι ένας υπουργός Δικαιοσύνης δεν είναι κυβερνητικός σχολιαστής. Οφείλει να εκπέμπει σεβασμό προς τους θεσμούς και πρωτίστως προς την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.

Σήμερα, όμως, η πραγματικότητα είναι διαφορετική.

Η εισαγγελική πρόταση για την παραπομπή προσώπων σε δίκη σχετικά με την υπόθεση του «μπαζώματος» δεν αποτελεί καταδίκη ούτε προδικάζει την τελική δικαστική κρίση. Αποτελεί, όμως, μια εξαιρετικά σοβαρή θεσμική εξέλιξη, η οποία καταρρίπτει το πολιτικό αφήγημα ότι η υπόθεση ήταν ανύπαρκτη ή προϊόν υπερβολών.

Και εδώ γεννάται ένα εύλογο πολιτικό ερώτημα.

Τώρα ποιος είναι «για τα μπάζα», κύριε Υπουργέ;Εκείνοι που ζητούσαν να διερευνηθεί πλήρως η υπόθεση ή όσοι έσπευσαν να λοιδορήσουν κάθε διαφορετική άποψη, πριν ακόμη ολοκληρωθεί η δικαστική διερεύνηση;

Σε κάθε ευρωπαϊκή δημοκρατία, ένας υπουργός Δικαιοσύνης που έχει επενδύσει πολιτικά σε τόσο απόλυτες διαβεβαιώσεις θα ένιωθε τουλάχιστον την ανάγκη να αναλογιστεί τις ευθύνες του. Όχι γιατί η εισαγγελική πρόταση ισοδυναμεί με ενοχή, αλλά γιατί η πολιτική ευθύνη δεν ταυτίζεται με την ποινική ευθύνη.

Η πολιτική ευθιξία δεν περιμένει την αμετάκλητη απόφαση ενός δικαστηρίου. Προκύπτει από τον σεβασμό προς τους θεσμούς, από την επίγνωση του βάρους των λόγων ενός υπουργού και από την υποχρέωση να μην εργαλειοποιείται η Δικαιοσύνη για επικοινωνιακές ανάγκες.

Αντί γι' αυτό, ο κ. Φλωρίδης επέλεξε να μιλήσει με αφορισμούς, να επιτεθεί στους επικριτές της κυβέρνησης και να υιοθετήσει έναν λόγο που δεν συνάδει ούτε με το αξίωμά του ούτε με τον θεσμικό του ρόλο.

Η Δικαιοσύνη θα αποφανθεί τελικά. Αυτό είναι αυτονόητο και αδιαπραγμάτευτο σε ένα κράτος δικαίου. Μέχρι τότε, όλοι οφείλουν να σέβονται το τεκμήριο της αθωότητας.

Η πολιτική, όμως, δεν δικάζεται στις δικαστικές αίθουσες. Κρίνεται καθημερινά από τη στάση, το ήθος και την υπευθυνότητα όσων ασκούν εξουσία.

Και όταν ένας υπουργός Δικαιοσύνης επιλέγει την αλαζονεία αντί της θεσμικής σοβαρότητας, τότε το πρόβλημα είναι  βαθιά πολιτικό.

Γιατί τελικά, η μεγαλύτερη ζημιά δεν προκαλείται από μια εισαγγελική πρόταση. Προκαλείται όταν η πολιτική εξουσία πιστεύει ότι μπορεί να προκαταλαμβάνει την αλήθεια, να απαξιώνει όσους διαφωνούν και να θεωρεί την πολιτική ευθιξία μια ξεπερασμένη έννοια.

Και αυτό είναι κάτι πολύ πιο σοβαρό από οποιοδήποτε επικοινωνιακό σύνθημα.