ΣΗΜΕΙΑ ΑΙΧΜΗΣ

Συνταγματική Αναθεώρηση με όρους πολιτικής επιβίωσης

Όταν μια κυβέρνηση σε αποδρομή επιχειρεί να «ξαναγράψει» τους κανόνες του παιχνιδιού - Του Πασχάλη Θ. Τόσιου -Για τον Καθημερινό Παρατηρητή

Όταν μια κυβέρνηση σε αποδρομή επιχειρεί να «ξαναγράψει» τους κανόνες του παιχνιδιού - Του Πασχάλη Θ. Τόσιου -Για τον Καθημερινό Παρατηρητή

Σε μια περίοδο βαθιάς πολιτικής φθοράς, κοινωνικής δυσπιστίας και θεσμικής αμφισβήτησης, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας επέλεξε να ανοίξει το μεγάλο κεφάλαιο της Συνταγματικής Αναθεώρησης, παρουσιάζοντας ένα πακέτο παρεμβάσεων που αγγίζει τον πυρήνα της λειτουργίας του πολιτεύματος. Από το εκλογικό σύστημα και τη λειτουργία των Ανεξάρτητων Αρχών μέχρι την ποινική ευθύνη υπουργών, τα ιδιωτικά πανεπιστήμια και τις προϋποθέσεις συμμετοχής κομμάτων στις εκλογές, η κυβερνητική πρόταση φιλοδοξεί να αφήσει βαθύ αποτύπωμα στον θεσμικό χάρτη της χώρας.

Το ερώτημα όμως που ήδη κυριαρχεί στον δημόσιο διάλογο είναι σαφές: μπορεί μια κυβέρνηση που βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρή κρίση αξιοπιστίας και εμφανή πολιτική αποδυνάμωση να διεκδικεί τον ρόλο του αναμορφωτή του ίδιου του θεσμικού DNA της Δημοκρατίας;

Γιατί η Συνταγματική Αναθεώρηση δεν αποτελεί μια συνηθισμένη νομοθετική διαδικασία. Δεν είναι ένα ακόμη κυβερνητικό νομοσχέδιο ούτε μια επικοινωνιακή εξαγγελία για να αλλάξει η πολιτική ατζέντα. Είναι η κορυφαία θεσμική στιγμή μιας Δημοκρατίας. Η στιγμή κατά την οποία το πολιτικό σύστημα καλείται, με σοβαρότητα, συναίνεση και ιστορική ευθύνη, να επαναπροσδιορίσει τους κανόνες λειτουργίας του κράτους και τις εγγυήσεις προστασίας των θεσμών και των δικαιωμάτων.

Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η βασική αντίφαση της σημερινής κυβέρνησης.

Η Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται να καταθέτει μια εξαιρετικά φιλόδοξη πρόταση αναθεώρησης σε μια συγκυρία όπου η ίδια δίνει μάχη πολιτικής επιβίωσης. Μετά το σκάνδαλο των υποκλοπών, τις συνεχείς καταγγελίες για υπονόμευση ανεξάρτητων θεσμών, τη σύγκρουση με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και τη γενικευμένη κοινωνική πίεση από την ακρίβεια και τη διάλυση του κοινωνικού κράτους, η κυβέρνηση δυσκολεύεται πλέον να πείσει ακόμη και για τη στοιχειώδη θεσμική της αξιοπιστία.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, πολλοί βλέπουν πίσω από την κυβερνητική πρωτοβουλία όχι μια ειλικρινή μεταρρυθμιστική διάθεση, αλλά μια προσπάθεια πολιτικού ελέγχου του παιχνιδιού. Μια απόπειρα να μεταφερθεί η δημόσια συζήτηση από τα μεγάλα κοινωνικά και πολιτικά αδιέξοδα σε ένα πεδίο θεσμικών εντυπώσεων, όπου η κυβέρνηση επιχειρεί να εμφανιστεί ως η μοναδική δύναμη «σταθερότητας» και «μεταρρύθμισης».

Ιδιαίτερα έντονη είναι η κριτική για τις προτάσεις που αφορούν το εκλογικό σύστημα και τη συμμετοχή κομμάτων στις εκλογές. Η αντιπολίτευση αλλά και συνταγματολόγοι εκφράζουν φόβους ότι επιχειρείται μια έμμεση «συνταγματική θωράκιση» πολιτικών συσχετισμών που θα επιτρέπουν στη Νέα Δημοκρατία να διατηρεί πλεονέκτημα ακόμη και σε συνθήκες εκλογικής φθοράς.

Αντίστοιχα, στο ζήτημα της ποινικής ευθύνης υπουργών, η καχυποψία είναι ακόμη μεγαλύτερη. Η κυβέρνηση, που ήδη κατηγορείται ότι επιδιώκει την πολιτική προστασία στελεχών της σε κρίσιμες υποθέσεις, εμφανίζεται τώρα να προτείνει αλλαγές οι οποίες, αντί να ενισχύουν την πραγματική λογοδοσία, γεννούν φόβους για ακόμη πιο ασφυκτικό πολιτικό έλεγχο πάνω στις διαδικασίες απόδοσης ευθυνών.

Το ίδιο ισχύει και για την αναθεώρηση του άρθρου 16. Η κυβέρνηση παρουσιάζει την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων ως «μεταρρύθμιση εκσυγχρονισμού», ωστόσο οι επικριτές της επιμένουν ότι στην πραγματικότητα επιχειρεί να νομιμοποιήσει οριστικά ένα μοντέλο εμπορευματοποίησης της ανώτατης εκπαίδευσης, χωρίς ουσιαστικές εγγυήσεις για την προστασία και αναβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική πολιτικά είναι η συζήτηση για τη μονιμότητα στο Δημόσιο. Η κυβερνητική ρητορική περί «αξιολόγησης» και «ευελιξίας» ερμηνεύεται από πολλούς ως μια συνειδητή προσπάθεια στοχοποίησης των δημοσίων υπαλλήλων και ενίσχυσης ενός κοινωνικού αυτοματισμού, την ώρα που οι ίδιες οι δημόσιες υπηρεσίες λειτουργούν στα όρια της κατάρρευσης λόγω υποστελέχωσης και διαχρονικής εγκατάλειψης.

Το μεγαλύτερο πολιτικό πρόβλημα για την κυβέρνηση, ωστόσο, παραμένει άλλο: η απουσία κοινωνικής και πολιτικής νομιμοποίησης για μια τόσο βαθιά θεσμική παρέμβαση.

Γιατί οι μεγάλες συνταγματικές αλλαγές απαιτούν ευρύτερες συναινέσεις, εμπιστοσύνη στους θεσμούς και ένα πολιτικό περιβάλλον στοιχειώδους δημοκρατικής αξιοπιστίας. Και σήμερα τίποτα από αυτά δεν φαίνεται να υπάρχει.

Αντίθετα, η εικόνα που κυριαρχεί είναι εκείνη μιας κυβέρνησης που, ενώ χάνει σταδιακά την κοινωνική της επιρροή, επιχειρεί να διαμορφώσει από τώρα τους όρους της επόμενης ημέρας. Να εμφανιστεί ως ο μοναδικός «διαχειριστής σταθερότητας» και να καλλιεργήσει την αντίληψη ότι οποιαδήποτε πολιτική αλλαγή θα οδηγούσε τη χώρα σε αβεβαιότητα και «περιπέτειες».

Μόνο που η Δημοκρατία δεν λειτουργεί με πολιτικούς εκβιασμούς ούτε με επικοινωνιακές κατασκευές.

Η Συνταγματική Αναθεώρηση δεν μπορεί να είναι εργαλείο πολιτικής επιβίωσης μιας κυβέρνησης σε αποδρομή. Ούτε μηχανισμός διαιώνισης πολιτικών συσχετισμών. Είναι μια διαδικασία που απαιτεί θεσμική σοβαρότητα, κοινωνική εμπιστοσύνη και πραγματική δημοκρατική νομιμοποίηση.

Και αυτά είναι ακριβώς τα στοιχεία που σήμερα λείπουν περισσότερο από ποτέ.