Τελικά, πόσο διαφορετικοί είναι;
Η κατάρρευση μιας σύμβασης φέρνει ξανά στο προσκήνιο τις πρακτικές που η σημερινή διοίκηση υποσχέθηκε ότι θα αφήσει πίσω της.
Η κατάρρευση μιας σύμβασης φέρνει ξανά στο προσκήνιο τις πρακτικές που η σημερινή διοίκηση υποσχέθηκε ότι θα αφήσει πίσω της.
Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική που ένα φαινομενικά «μικρό» θέμα αποκαλύπτει μια πολύ μεγαλύτερη αλήθεια. Η υπόθεση της έκπτωσης του αναδόχου για τις μουσικές εκδηλώσεις του Δήμου Σερρών είναι μία από αυτές.
Όχι γιατί χάθηκε μια σύμβαση 36.000 ευρώ. Όχι γιατί κινδυνεύουν να καθυστερήσουν ορισμένες πολιτιστικές εκδηλώσεις στα χωριά του Δήμου.
Αλλά γιατί πίσω από το περιστατικό αυτό κρύβεται μια ολόκληρη φιλοσοφία διοίκησης.
Μια φιλοσοφία που θυμίζει ολοένα και περισσότερο εκείνη που η σημερινή δημοτική αρχή υποσχέθηκε ότι θα αφήσει οριστικά πίσω της.
Γιατί ας μην κρυβόμαστε πίσω από τις λέξεις. Κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει τη δημοτική αρχή επειδή ένας ανάδοχος επικαλέστηκε προσωπικούς λόγους και αδυνατεί να ολοκληρώσει τη σύμβαση που ανέλαβε.
Μπορεί όμως να τη ρωτήσει κάτι πολύ πιο ουσιαστικό:
Ποιος αποφάσισε ότι ολόκληρος ο πολιτιστικός σχεδιασμός του Δήμου μέχρι τον Οκτώβριο θα έπρεπε να εξαρτάται από έναν μόνο άνθρωπο;
Ποιος έκρινε ότι για μια υπηρεσία που αφορά δεκάδες εκδηλώσεις, πανηγύρια και πολιτιστικές δράσεις σε κοινότητες του Δήμου αρκούσε μια πρόσκληση προς έναν και μόνο ενδιαφερόμενο;
Δεν υπήρχαν άλλοι επαγγελματίες;
Δεν υπήρχαν άλλες επιχειρήσεις;
Δεν υπήρχε η ανάγκη να δημιουργηθεί ένα στοιχειώδες δίχτυ ασφαλείας σε περίπτωση που κάτι δεν πήγαινε καλά;
ή μήπως όλα θεωρήθηκαν δεδομένα;
Και τώρα που το δεδομένο κατέρρευσε, ο Δήμος βρίσκεται να αναζητά εσπευσμένα αντικαταστάτη, ώστε να μη βρεθούν στον αέρα οι εκδηλώσεις των τοπικών κοινωνιών.
Το πιο εντυπωσιακό, βέβαια, δεν είναι το πρόβλημα.
Είναι η λύση.
Γιατί, σύμφωνα με όσα συζητούνται, η νέα διαδικασία αναμένεται να κινηθεί ξανά στο πλαίσιο της απευθείας ανάθεσης λόγω χρονικής πίεσης.
Με άλλα λόγια, η θεραπεία για τις παρενέργειες μιας κλειστής διαδικασίας φαίνεται πως θα είναι... μια ακόμη κλειστή διαδικασία.
Κάπου εδώ, όμως, η συζήτηση παύει να είναι διοικητική και γίνεται βαθιά πολιτική.
Διότι η δημοτική αρχή Μητλιάγκα δεν εξελέγη για να συνεχίσει έναν συγκεκριμένο τρόπο διοίκησης. Εξελέγη ακριβώς επειδή υποσχέθηκε ότι θα τον αλλάξει.
Υποσχέθηκε περισσότερη διαφάνεια.
Περισσότερη λογοδοσία.
Περισσότερο άνοιγμα των διαδικασιών.
Λιγότερες αποφάσεις που δημιουργούν ερωτήματα.
Και σήμερα, δυόμισι χρόνια μετά, όλο και περισσότεροι πολίτες αναρωτιούνται:
Πόσο διαφορετικό είναι τελικά αυτό που ήρθε να αντικαταστήσει τη διοίκηση Χρυσάφη;
Πόσο διαφορετική είναι μια διοίκηση όταν επιλέγει τις ίδιες εύκολες διαδρομές;
Πόσο διαφορετική είναι όταν ο ανταγωνισμός περιορίζεται αντί να διευρύνεται;
Πόσο διαφορετική είναι όταν ο σχεδιασμός μιας ολόκληρης πολιτιστικής περιόδου αποδεικνύεται τόσο ευάλωτος, ώστε η αποχώρηση ενός και μόνο αναδόχου να προκαλεί αναστάτωση στον μισό Δήμο;
Ίσως τελικά το πρόβλημα να μην είναι η συγκεκριμένη σύμβαση.
Ίσως το πρόβλημα να είναι ότι όσο περνά ο χρόνος, η απόσταση ανάμεσα σε εκείνους που κατηγορούσαν και σε εκείνους που σήμερα διοικούν γίνεται όλο και πιο δυσδιάκριτη.
Και αυτό είναι το πιο άβολο ερώτημα από όλα.
Γιατί όταν μια δημοτική αρχή εκλέγεται ως η εναλλακτική λύση απέναντι σε ένα μοντέλο διοίκησης και τελικά αρχίζει να του μοιάζει, τότε δεν δοκιμάζεται απλώς η αποτελεσματικότητά της.
Δοκιμάζεται η ίδια η αξιοπιστία της πολιτικής υπόσχεσης πάνω στην οποία οικοδόμησε την εκλογική της νίκη.
