Τ' ΑΠΑΡΑΤΗΡΗΤΑ

Το «ΕΛΑΣ» ως πολιτικό brand: μια επιλογή υψηλού επικοινωνιακού ρίσκου με σαφή στόχευση

Η επιλογή του ονόματος «ΕΛΑΣ» για τη νέα πολιτική πρωτοβουλία του Αλέξη Τσίπρα προκάλεσε από την πρώτη στιγμή έντονη δημόσια συζήτηση, αντιδράσεις, ειρωνικά σχόλια και αμέτρητες αναφορές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ωστόσο, πίσω από τον θόρυβο, αρκετοί αναλυτές πολιτικής επικοινωνίας διακρίνουν μια μελετημένη στρατηγική επιλογή, σχεδιασμένη να εξασφαλίσει άμεση αναγνωρισιμότητα και ισχυρό αποτύπωμα στη δημόσια σφαίρα.

Η επιλογή του ονόματος «ΕΛΑΣ» για τη νέα πολιτική πρωτοβουλία του Αλέξη Τσίπρα προκάλεσε από την πρώτη στιγμή έντονη δημόσια συζήτηση, αντιδράσεις, ειρωνικά σχόλια και αμέτρητες αναφορές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ωστόσο, πίσω από τον θόρυβο, αρκετοί αναλυτές πολιτικής επικοινωνίας διακρίνουν μια μελετημένη στρατηγική επιλογή, σχεδιασμένη να εξασφαλίσει άμεση αναγνωρισιμότητα και ισχυρό αποτύπωμα στη δημόσια σφαίρα.

Σε μια εποχή όπου η πολιτική αντιπαράθεση μεταφέρεται όλο και περισσότερο στο πεδίο της ψηφιακής εικόνας, της ταχύτητας και της διαρκούς αναπαραγωγής περιεχομένου, η ικανότητα ενός πολιτικού φορέα να κυριαρχήσει στην ατζέντα, έστω και για λίγες ώρες, θεωρείται κρίσιμο πλεονέκτημα. Και το συγκεκριμένο όνομα πέτυχε ακριβώς αυτό: μέσα σε ελάχιστο χρόνο έγινε αντικείμενο σχολιασμού σε τηλεοπτικά πάνελ, ενημερωτικές ιστοσελίδες, κοινωνικά δίκτυα και πολιτικές συζητήσεις.

Το «ΕΛΑΣ» διαθέτει πολλαπλά επίπεδα συμβολισμού. Από τη μία πλευρά, παραπέμπει ευθέως στο ιστορικό φορτίο της ελληνικής Αντίστασης και στη συλλογική μνήμη ενός σημαντικού τμήματος της προοδευτικής παράταξης. Από την άλλη, η ταύτιση του ακρωνυμίου με την Ελληνική Αστυνομία δημιουργεί μια ειρωνική και αντιφατική διάσταση, η οποία ενισχύει ακόμη περισσότερο τη δημόσια συζήτηση γύρω από το εγχείρημα.

Ακριβώς αυτή η αντίφαση φαίνεται πως λειτούργησε ως βασικός μηχανισμός διάδοσης. Τα χιλιάδες memes, τα λογοπαίγνια και οι σατιρικές αναρτήσεις που κατακλύζουν το διαδίκτυο δεν λειτούργησαν ανασταλτικά· αντίθετα, ενίσχυσαν την αναγνωρισιμότητα του νέου πολιτικού brand. Στη σύγχρονη πολιτική επικοινωνία, άλλωστε, η ειρωνεία και η διαδικτυακή αναπαραγωγή συχνά αποτελούν μέρος της ίδιας της στρατηγικής προβολής.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η επιλογή του όρου «Συμπαράταξη» αντί του κλασικού «κόμμα». Πρόκειται για μια διατύπωση που επιχειρεί να απομακρυνθεί από την εικόνα του παραδοσιακού κομματικού μηχανισμού και να καλλιεργήσει την αίσθηση ενός ευρύτερου πολιτικού μετώπου ή ενός νέου κοινωνικού ρεύματος.

Το αν η επικοινωνιακή επιτυχία μπορεί να μετατραπεί και σε πολιτική δυναμική, παραμένει ανοιχτό ερώτημα. Ωστόσο, στο επίπεδο της πρώτης εντύπωσης και της δημόσιας διείσδυσης, η επιλογή του ονόματος πέτυχε έναν βασικό στόχο: να μην περάσει απαρατήρητη.

Σε μια περίοδο όπου η πολιτική επιρροή συνδέεται ολοένα περισσότερο με την ικανότητα παραγωγής δημόσιου θορύβου και διαρκούς ψηφιακής παρουσίας, το «ΕΛΑΣ» δείχνει να αποτελεί μια χαρακτηριστική περίπτωση πολιτικού branding υψηλού ρίσκου, αλλά και υψηλής αποτελεσματικότητας.


Για τον Καθημερινό Παρατηρητή