Η «ψαλίδα» που καίει νοικοκυριά και παραγωγούς: Τα στοιχεία-σοκ για τον αγροτικό πληθωρισμό
Μπροστά σε ένα πρωτοφανές κύμα ακρίβειας βρίσκονται για ακόμα μια φορά οι Έλληνες καταναλωτές το πρώτο τρίμηνο του 2026, με τις τιμές των αγροτικών προϊόντων στα ράφια των σούπερ μάρκετ και των μανάβικων να αυξάνονται με υπερδιπλάσια ταχύτητα σε σχέση με τις τιμές που εισπράττουν οι ίδιοι οι παραγωγοί.
Μπροστά σε ένα πρωτοφανές κύμα ακρίβειας βρίσκονται για ακόμα μια φορά οι Έλληνες καταναλωτές το πρώτο τρίμηνο του 2026, με τις τιμές των αγροτικών προϊόντων στα ράφια των σούπερ μάρκετ και των μανάβικων να αυξάνονται με υπερδιπλάσια ταχύτητα σε σχέση με τις τιμές που εισπράττουν οι ίδιοι οι παραγωγοί.
Τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat έρχονται να επιβεβαιώσουν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο αυτό που κάθε νοικοκυριό διαπιστώνει καθημερινά στην τσέπη του: η ακρίβεια δεν είναι πλέον (μόνο) εισαγόμενη, αλλά τροφοδοτείται από εγχώριες στρεβλώσεις και ανεξέλεγκτα κόστη κατά μήκος της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Η ακτινογραφία της «ψαλίδας»
Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή στατιστική υπηρεσία, κατά την περίοδο Ιανουαρίου - Μαρτίου 2026, ο πληθωρισμός παραγωγού στα αγροτικά προϊόντα στην Ελλάδα έτρεξε με ρυθμό 4,8%. Την ίδια ακριβώς περίοδο, οι ανατιμήσεις που αντιμετώπισαν οι καταναλωτές στα ράφια για τα νωπά, μη επεξεργασμένα τρόφιμα άγγιξαν το 11%.
Το φαινόμενο αυτό, όπου η τιμή λιανικής καλπάζει με διπλάσιο ρυθμό από την τιμή στο χωράφι, αποτυπώνει ανάγλυφα το μέγεθος της επιβάρυνσης που υφίσταται το προϊόν μέχρι να φτάσει στο καλάθι του αγοραστή.
Το «χρυσό» ταξίδι της παραγωγής: Από το 1,60€ στα 14€
Αν οι μέσοι όροι των στατιστικών φαίνονται αφηρημένοι, τα στοιχεία της αγοράς για συγκεκριμένα προϊόντα, όπως τα κεράσια, προκαλούν ίλιγγο.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ από τις παραγωγικές ζώνες, τον Μάιο οι αγρότες πουλούσαν τα κεράσια από 1,60 έως 1,80 ευρώ το κιλό. Μέχρι τα προϊόντα να φτάσουν στα μανάβικα της επαρχίας (π.χ. Γιαννιτσά), η τιμή είχε ήδη σκαρφαλώσει στα 4,99 ευρώ. Στο κέντρο της Θεσσαλονίκης εκτινάχθηκε στα 8 ευρώ, ενώ στις λαϊκές αγορές και τα καταστήματα της Αθήνας η τιμή εκκίνησης ήταν τα 9 ευρώ, φτάνοντας σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και τα 14 με 17 ευρώ το κιλό. Μιλάμε για μια τελική τιμή έως και δέκα φορές επάνω από αυτή που εισέπραξε ο άνθρωπος που μόχθησε στο χωράφι.
Τα δικαιολογημένα κόστη και οι σκιές της αγοράς
Παράγοντες της αγοράς και σχετικές μελέτες του ΙΕΛΚΑ επισημαίνουν ότι ένα μέρος της αύξησης είναι αναμενόμενο. Μετά το χωράφι μεσολαβούν:
-
Η διαλογή, η τυποποίηση και η ψύξη των προϊόντων.
-
Η «φύρα» (τα ακατάλληλα προϊόντα που πετιούνται και το κόστος τους μετακυλίεται στην κατανάλωση).
-
Το μεταφορικό κόστος, το οποίο επηρεάζεται άμεσα από τον πληθωρισμό της ενέργειας, ο οποίος στην Ελλάδα έτρεξε τον Μάιο με 20% (σχεδόν διπλάσιος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης).
Ωστόσο, οι καταναλωτές και οι ενώσεις αγροτών καταγγέλλουν ότι πέρα από τα αντικειμενικά κόστη, στα ενδιάμεσα στάδια των μεσαζόντων αναπτύσσονται φαινόμενα κερδοσκοπίας.
Η πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργείου Ανάπτυξης για «διπλή αναγραφή» (να αναγράφεται δηλαδή στο ταμπελάκι τόσο η τιμή του παραγωγού όσο και η τελική τιμή λιανικής για λόγους διαφάνειας) έχει κολλήσει στις συμπληγάδες των αντιδράσεων. Οι μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ έχουν ήδη προσφύγει στις Επιτροπές Ανταγωνισμού, ισχυριζόμενες ότι το μέτρο προκαλεί τεράστιο γραφειοκρατικό κόστος που τελικά θα επιβαρύνει εκ νέου τον καταναλωτή.
Σε απόγνωση παραγωγοί και καταναλωτές
Η κατάσταση αυτή έχει φέρει σε πλήρες αδιέξοδο τους δύο βασικούς κρίκους της οικονομίας: τον παραγωγό και τον καταναλωτή.
Από τη μία πλευρά, οι πολίτες βλέπουν την αγοραστική τους δύναμη να εξανεμίζεται μπροστά στους πάγκους των οπωροκηπευτικών. Από την άλλη, οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι δηλώνουν ότι οι τιμές που αναγκάζονται να δώσουν την παραγωγή τους στους χονδρεμπόρους είναι συχνά χαμηλότερες από το ίδιο το κόστος παραγωγής, το οποίο στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 2,3% (την ίδια ώρα που στην υπόλοιπη ΕΕ μειώθηκε οριακά κατά 0,4%).
Με το φάσμα της οικονομικής καταστροφής προ των πυλών, η Πανελλαδική Επιτροπή Μπλόκων (ΠΕΜ) εξήγγειλε ήδη νέες δυναμικές κινητοποιήσεις για το τριήμερο 23-25 Ιουνίου. Οι αγρότες επιστρέφουν στους δρόμους, διεκδικώντας κατώτατες εγγυημένες τιμές που να καλύπτουν το κόστος των λιπασμάτων, των ζωοτροφών και του ρεύματος, ώστε να μπορούν να παραμείνουν στα χωράφια τους.
Το ερώτημα παραμένει: Μέχρι πού θα φτάσει το «καπέλο» στην αγορά και ποιος θα βάλει φρένο σε μια αλυσίδα που πλέον δείχνει να λειτουργεί εις βάρος της κοινωνίας;
