Ο λαός θυμάται τη Δεξιά — Το ΠΑΣΟΚ θυμάται την Ιστορία του; Μέρος Πρώτο - Γράφει ο Πασχάλης Θ. Τόσιος
Από την πολιτική κληρονομιά του Ανδρέα Παπανδρέου και τη δημοκρατική μεταρρυθμιστική αντίληψη του Γιώργου Παπανδρέου έως το σημερινό υπαρξιακό δίλημμα της παράταξης
Από την πολιτική κληρονομιά του Ανδρέα Παπανδρέου και τη δημοκρατική μεταρρυθμιστική αντίληψη του Γιώργου Παπανδρέου έως το σημερινό υπαρξιακό δίλημμα της παράταξης
Μέρος πρώτο: Από την 3η του Σεπτέμβρη στην κοινωνική και δημοκρατική Αλλαγή
Το ιστορικό σύνθημα «Ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά» δεν υπήρξε ένα ευφυολόγημα προεκλογικής χρήσης ούτε μια εύκολη επίκληση των διχασμών του παρελθόντος. Συμπύκνωνε μια ολόκληρη ιστορική εμπειρία. Τη μνήμη ενός κράτους που, για δεκαετίες, αντιμετώπιζε ένα μεγάλο μέρος των πολιτών ως πολιτικά ύποπτο, κοινωνικά ανεπιθύμητο και θεσμικά κατώτερο.
Ήταν η μνήμη των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων, των διώξεων, των αποκλεισμών από τη δημόσια ζωή, της επιλεκτικής πρόσβασης στην εργασία και στο κράτος. Ήταν η μνήμη των αγροτών, των εργατών, των ανθρώπων της περιφέρειας, των δημοκρατικών πολιτών και των οικογενειών που βρέθηκαν στη λάθος πλευρά της επίσημης μετεμφυλιακής ιστορίας.
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, μετά το 1974, συνέβαλε αποφασιστικά στην ομαλή μετάβαση προς την κοινοβουλευτική δημοκρατία, στη νομιμοποίηση του ΚΚΕ και στην ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. Η ιστορική αυτή συμβολή δεν μπορεί να παραγνωρίζεται. Ωστόσο, η αποκατάσταση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας δεν σήμαινε αυτομάτως και κοινωνικό εκδημοκρατισμό.
Το μεταπολιτευτικό αίτημα δεν ήταν μόνο να λειτουργούν οι θεσμοί. Ήταν να αποκτήσουν θέση, φωνή και αξιοπρέπεια μέσα στους θεσμούς εκείνοι που μέχρι τότε παρέμεναν στο περιθώριο.
Σε αυτό ακριβώς το ιστορικό κενό εισέβαλε πολιτικά ο Ανδρέας Παπανδρέου.
Η Ιδρυτική Διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη δεν ήταν ένα γενικόλογο κείμενο αρχών. Διαμόρφωνε μια διαφορετική αντίληψη για το κράτος, την οικονομία και τη δημοκρατία. Η εθνική ανεξαρτησία, η λαϊκή κυριαρχία, η κοινωνική απελευθέρωση και η δημοκρατική διαδικασία αποτελούσαν τις τέσσερις πλευρές μιας ενιαίας πολιτικής πρότασης.
Η δημοκρατία, για τον Ανδρέα Παπανδρέου, δεν περιοριζόταν στην περιοδική προσέλευση του πολίτη στην κάλπη. Προϋπέθετε συμμετοχή, κοινωνικά δικαιώματα, αναδιανομή ισχύος και ουσιαστική δυνατότητα των πολλών να επηρεάζουν τις αποφάσεις που καθορίζουν τη ζωή τους.
Γι’ αυτό και το ΠΑΣΟΚ δεν συγκροτήθηκε αρχικά ως ένας ακόμη εκλογικός μηχανισμός του Κέντρου. Συγκροτήθηκε ως πολιτικό και κοινωνικό κίνημα. Επιδίωξε να ενώσει τους «μη προνομιούχους», όχι ως ένα επικοινωνιακό ακροατήριο, αλλά ως μια νέα κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία.
Εργάτες, αγρότες, μικρομεσαίοι, δημόσιοι υπάλληλοι, νέοι, γυναίκες, άνθρωποι της ξεχασμένης περιφέρειας και πολίτες της δημοκρατικής παράταξης απέκτησαν κοινή πολιτική αναφορά. Η μεγάλη επιτυχία του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν ότι μετέτρεψε διάσπαρτες κοινωνικές ανάγκες σε συλλογική συνείδηση και τη συλλογική συνείδηση σε δύναμη κυβερνητικής αλλαγής.
Η νίκη του 1981 δεν αποτέλεσε απλώς εναλλαγή κόμματος στην εξουσία. Σήμανε τη μαζική είσοδο νέων κοινωνικών στρωμάτων στο πολιτικό σύστημα. Άνθρωποι που αισθάνονταν ξένοι μέσα στο ίδιο τους το κράτος άρχισαν να νιώθουν ισότιμοι πολίτες.
Η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης με τον νόμο 1285/1982 δεν ήταν μια τυπική κοινοβουλευτική πράξη. Υπήρξε πράξη εθνικής συμφιλίωσης και ιστορικής δικαιοσύνης. Το Εθνικό Σύστημα Υγείας, που θεμελιώθηκε με τον νόμο 1397/1983, μετέτρεψε την υγειονομική περίθαλψη από προνόμιο σε κοινωνικό δικαίωμα. Η μεταρρύθμιση του Οικογενειακού Δικαίου με τον νόμο 1329/1983 προώθησε την ισότητα ανδρών και γυναικών μέσα στην οικογένεια. Αργότερα, η ίδρυση του ΑΣΕΠ με τον νόμο 2190/1994 επιχείρησε να περιορίσει την κομματική αυθαιρεσία στις προσλήψεις.
Οι μεταρρυθμίσεις αυτές δεν υπήρξαν απλές διοικητικές παρεμβάσεις. Αποτύπωναν έναν συγκεκριμένο πολιτικοϊδεολογικό προσανατολισμό: ότι η πολιτεία οφείλει να παρεμβαίνει ώστε να εξισορροπεί τις κοινωνικές ανισότητες, να προστατεύει τον αδύναμο και να μετατρέπει την τυπική ισότητα σε πραγματικό δικαίωμα.
Αυτό ήταν το βαθύτερο νόημα της Αλλαγής.
Όχι ότι όλα έγιναν σωστά. Η μακρόχρονη άσκηση της εξουσίας γέννησε πελατειακές πρακτικές, συμβιβασμούς, γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και φαινόμενα πολιτικής αυταρέσκειας. Η ιστορική αποτίμηση οφείλει να είναι ειλικρινής και όχι αγιογραφική.
Όμως άλλο πράγμα είναι η αναγνώριση των λαθών μιας περιόδου και άλλο η διαγραφή του κοινωνικού μετασχηματισμού που συντελέστηκε. Η Ελλάδα μετά το ΠΑΣΟΚ του 1981 δεν ήταν η ίδια χώρα. Το κοινωνικό κράτος, η εθνική συμφιλίωση, η ενίσχυση της Αυτοδιοίκησης, η αναγνώριση των δικαιωμάτων των γυναικών και η πολιτική ενσωμάτωση των μη προνομιούχων άλλαξαν βαθιά τη δομή της ελληνικής κοινωνίας.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου κατανόησε κάτι που σήμερα συχνά λησμονείται: ένα κόμμα δεν γίνεται μεγάλο επειδή καταλαμβάνει τον χώρο ανάμεσα σε δύο αντιπάλους. Γίνεται μεγάλο όταν συγκροτεί μια νέα κοινωνική πλειοψηφία και της δίνει ιστορικό προσανατολισμό.
Η μεταρρυθμιστική παρακαταθήκη του Γιώργου Παπανδρέου
Σε μια διαφορετική εποχή, ο Γιώργος Παπανδρέου επιχείρησε να μεταφέρει την προοδευτική παράδοση του ΠΑΣΟΚ στις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης, της κλιματικής κρίσης και της ψηφιακής εποχής.
Η πολιτική του αντίληψη δεν ταυτιζόταν με τη ρητορική και τη μέθοδο του Ανδρέα Παπανδρέου. Διατηρούσε, όμως, μια κρίσιμη κοινή αφετηρία: την πεποίθηση ότι η δημοκρατία δεν εξαντλείται στη διαχείριση της κρατικής εξουσίας, αλλά προϋποθέτει τη συμμετοχή του πολίτη, τον έλεγχο της διοίκησης και τη διαφάνεια στη λήψη των αποφάσεων.
Η ανοιχτή διακυβέρνηση, η δημόσια διαβούλευση, η αξιοποίηση της τεχνολογίας για τον δημοκρατικό έλεγχο, η πράσινη ανάπτυξη και η ενεργός συμμετοχή του πολίτη αποτέλεσαν κεντρικούς άξονες αυτής της αντίληψης. Το πρόγραμμα «Διαύγεια», που θεσπίστηκε με τον νόμο 3861/2010, επέβαλε την ανάρτηση των κυβερνητικών και διοικητικών πράξεων στο διαδίκτυο. Ο «Καλλικράτης», με τον νόμο 3852/2010, αναδιοργάνωσε την Αυτοδιοίκηση και την αποκεντρωμένη διοίκηση. Και οι δύο θεσμικές τομές εξακολουθούν να αποτελούν βασικά εργαλεία της δημόσιας λειτουργίας.
Στον πυρήνα της πολιτικής σκέψης του Γιώργου Παπανδρέου βρισκόταν και παραμένει η σύνδεση της πράσινης μετάβασης με τη δημοκρατία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Όχι μια ενεργειακή μετάβαση σχεδιασμένη αποκλειστικά για μεγάλους επενδυτές, αλλά μια αλλαγή παραγωγικού μοντέλου με συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών, των ενεργειακών κοινοτήτων, της Αυτοδιοίκησης και των πολιτών.
Η πρωθυπουργική του θητεία σφραγίστηκε, ασφαλώς, από τη δραματική δημοσιονομική κρίση και την προσφυγή στον μηχανισμό στήριξης.
Αυτό το τραύμα δεν μπορεί να παρακαμφθεί ούτε να εξωραϊστεί. Μπορεί, όμως, να αξιολογηθεί με την ιστορική γνώση ότι η κυβέρνηση του 2009 παρέλαβε μια χώρα με αποκρυμμένα ελλείμματα, δημοσιονομική αποσύνθεση και ουσιαστικό αποκλεισμό από τις αγορές. Η συζήτηση για τα λάθη, τις επιλογές και τις ευθύνες εκείνης της περιόδου παραμένει ανοιχτή. Δεν μπορεί, ωστόσο, να ακυρώνει τη μεταρρυθμιστική παρακαταθήκη της διαφάνειας, της συμμετοχικής δημοκρατίας, της πράσινης ανάπτυξης και του θεσμικού εκσυγχρονισμού.
Η ιστορική συνέχεια Ανδρέα και Γιώργου Παπανδρέου δεν βρίσκεται στην ομοιότητα του πολιτικού ύφους. Βρίσκεται στην πεποίθηση ότι η εξουσία πρέπει να αλλάζει κοινωνικό φορέα: να απομακρύνεται από τα κλειστά συστήματα συμφερόντων και να επιστρέφει στον πολίτη.
Αυτή ακριβώς η παρακαταθήκη αποτελεί σήμερα το μέτρο με το οποίο πρέπει να κριθεί το ΠΑΣΟΚ.
Ά μέρος.
