ΣΗΜΕΙΑ ΑΙΧΜΗΣ

Ο νόμος Πιερρακάκη δεν αναβάθμισε τα πανεπιστήμια – Άνοιξε μια αγορά εκατομμυρίων - Γράφει ο Πασχάλης Θ. Τόσιος

Οι αποφάσεις του ΣτΕ αποκαλύπτουν τις ρωγμές μιας κυβερνητικής «μεταρρύθμισης» που έβαλε την επιχειρηματική ταχύτητα πάνω από την ακαδημαϊκή ποιότητα και τη θεσμική νομιμότητα

Οι αποφάσεις του ΣτΕ αποκαλύπτουν τις ρωγμές μιας κυβερνητικής «μεταρρύθμισης» που έβαλε την επιχειρηματική ταχύτητα πάνω από την ακαδημαϊκή ποιότητα και τη θεσμική νομιμότητα

Μια δικαστική απόφαση μπορεί να ακυρώνει απλώς μια διοικητική πράξη. Μπορεί, όμως, ταυτόχρονα να αποκαλύπτει ολόκληρη την πολιτική νοοτροπία που οδήγησε στην έκδοσή της.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει με τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας για τις άδειες εγκατάστασης και λειτουργίας τριών παραρτημάτων ιδιωτικών πανεπιστημίων, καθώς και για την πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών τους.

Η νομική πραγματικότητα πρέπει να αποτυπωθεί με ακρίβεια: το ΣτΕ δεν ακύρωσε τον νόμο Πιερρακάκη ούτε έκρινε αντισυνταγματικό συνολικά τον θεσμό των μη κρατικών πανεπιστημίων. Ακύρωσε συγκεκριμένες άδειες και πιστοποιήσεις, επειδή διαπίστωσε σοβαρές πλημμέλειες στους ελέγχους, στις αξιολογήσεις και στα κριτήρια που εφαρμόστηκαν.

Η πολιτική ουσία, όμως, δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από αυτή τη νομική διάκριση.

Η δική μου θέση είναι ξεκάθαρη: η κυβέρνηση δεν νομοθέτησε με πρώτη προτεραιότητα την αναβάθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης. Νομοθέτησε για να ανοίξει μια νέα, ιδιαίτερα κερδοφόρα αγορά και να εξυπηρετήσει οικονομικά και επιχειρηματικά συμφέροντα που εδώ και χρόνια επιδιώκουν να επεκταθούν στον χώρο της Παιδείας.

Από το πανεπιστήμιο της γνώσης στο πανεπιστήμιο της αγοράς

Ο νόμος Πιερρακάκη παρουσιάστηκε ως μια μεγάλη μεταρρυθμιστική τομή που θα έφερνε στην Ελλάδα ξένα πανεπιστήμια υψηλού κύρους, θα περιόριζε τη φυγή φοιτητών στο εξωτερικό και θα αναβάθμιζε συνολικά τον ακαδημαϊκό χάρτη της χώρας.

Πίσω από τις μεγαλόστομες κυβερνητικές διακηρύξεις, όμως, διαμορφώθηκε κάτι πολύ διαφορετικό: ένα νέο πεδίο επιχειρηματικής δραστηριότητας, με σημαντικά δίδακτρα, μεγάλους οικονομικούς τζίρους και χιλιάδες υποψήφιους πελάτες.

Η γνώση αντιμετωπίστηκε ως επενδυτικό προϊόν. Ο φοιτητής ως καταναλωτής εκπαιδευτικών υπηρεσιών. Το πτυχίο ως εμπορεύσιμος τίτλος, η αξία του οποίου θα καθορίζεται όχι μόνο από το ακαδημαϊκό του περιεχόμενο, αλλά και από την οικονομική δυνατότητα της οικογένειας να το αποκτήσει.

Δεν υπήρξε ουσιαστικός εθνικός διάλογος για το μέλλον της ανώτατης εκπαίδευσης. Δεν αναζητήθηκε μια ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συμφωνία. Δεν προηγήθηκε η συνταγματική αναθεώρηση, ώστε να συζητηθεί με καθαρούς όρους ένα τόσο σοβαρό ζήτημα.

Η κυβέρνηση επέλεξε τη συντόμευση. Βιάστηκε να νομοθετήσει, βιάστηκε να αδειοδοτήσει και βιάστηκε να παρουσιάσει τη λειτουργία των νέων ιδρυμάτων ως τετελεσμένο γεγονός.

Αυτή η βιασύνη δεν ήταν τυχαία. Υπήρχαν επιχειρηματικά σχέδια, επενδυτικά χρονοδιαγράμματα και συγκεκριμένες ακαδημαϊκές περίοδοι που έπρεπε να προλάβουν οι ενδιαφερόμενοι φορείς. Η πολιτική εξουσία ανέλαβε να ανοίξει τον δρόμο.

Οι έλεγχοι που δεν ολοκληρώθηκαν

Οι αποφάσεις 1167–1172/2026 του Γ΄ Τμήματος του ΣτΕ φωτίζουν τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόστηκε αυτή η πολιτική.

Σε δύο περιπτώσεις, ο ΕΟΠΠΕΠ είχε εντοπίσει ζητήματα στις κτιριακές εγκαταστάσεις και είχε ζητήσει συγκεκριμένες προσαρμογές και πρόσθετα στοιχεία. Η συμμόρφωση των εκπαιδευτικών φορέων, όμως, δεν επιβεβαιώθηκε εγκαίρως, όπως απαιτούσε η νόμιμη διαδικασία.

Σε άλλη περίπτωση, στη διαδικασία αξιολόγησης συμμετείχε πρόσωπο που είχε σχέση με τον ενδιαφερόμενο εκπαιδευτικό φορέα. Το ΣτΕ έκρινε ότι αυτή η σύνδεση μπορούσε να δημιουργήσει υπόνοια μεροληψίας.

Ακόμη σοβαρότερη είναι η κρίση για τα προγράμματα σπουδών. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, το πλαίσιο που είχε θεσπίσει η Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης δεν περιλάμβανε συγκεκριμένα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια, ικανά να διασφαλίσουν το απαιτούμενο επίπεδο των παρεχόμενων σπουδών. Αυτά προκύπτουν από το δημοσιευμένο περιεχόμενο των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Δεν πρόκειται για ασήμαντες γραφειοκρατικές παραλείψεις. Πρόκειται για τον πυρήνα της αδειοδότησης: τις υποδομές, την αμεροληψία των αξιολογητών και την ποιότητα των προγραμμάτων σπουδών.

Όταν αυτά τα βασικά στοιχεία δεν έχουν ελεγχθεί με την απαιτούμενη αυστηρότητα, γεννάται ένα κρίσιμο ερώτημα: ποια ήταν τελικά η πραγματική προτεραιότητα της κυβέρνησης; Η προστασία των φοιτητών και της ακαδημαϊκής ποιότητας ή η ταχύτερη δυνατή λειτουργία μιας νέας εκπαιδευτικής αγοράς;

Η απάντηση, κατά τη γνώμη μου, είναι προφανής.

Αυστηρότητα για τα δημόσια, διευκολύνσεις για τα ιδιωτικά

Η κυβερνητική υποκρισία γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν συγκρίνουμε τον τρόπο αντιμετώπισης των δημόσιων πανεπιστημίων με εκείνον των ιδιωτικών παραρτημάτων.

Τα δημόσια ιδρύματα καλούνται διαρκώς να περάσουν από αλλεπάλληλες αξιολογήσεις και πιστοποιήσεις. Λειτουργούν με περιορισμένους προϋπολογισμούς, ελλείψεις προσωπικού, παλαιωμένες υποδομές και σοβαρά προβλήματα στη φοιτητική μέριμνα. Συχνά βρίσκονται αντιμέτωπα με μια κυβέρνηση που τα κατηγορεί για κάθε δυσλειτουργία, ενώ η ίδια δεν τους εξασφαλίζει τους αναγκαίους πόρους.

Για τα ιδιωτικά σχήματα, αντίθετα, κινητοποιήθηκε ένας ολόκληρος μηχανισμός ταχείας αδειοδότησης. Εκεί όπου για το δημόσιο πανεπιστήμιο κυριαρχούν η δημοσιονομική πειθαρχία και η αυστηρότητα, για την ιδιωτική επένδυση εμφανίζονται η ευελιξία, η επιτάχυνση και η διοικητική διευκόλυνση.

Αυτό δεν είναι ουδέτερη πολιτική. Είναι συνειδητή επιλογή υπέρ της εμπορευματοποίησης της ανώτατης εκπαίδευσης.

Η κυβερνητική άμυνα δεν απαντά στην ουσία

Το υπουργείο Παιδείας υποστήριξε ότι οι αποφάσεις του ΣτΕ αφορούν την εφαρμογή του νόμου και όχι τη συνταγματικότητά του. Παράλληλα, διαβεβαίωσε ότι θα προχωρήσει στις απαιτούμενες ενέργειες και ότι δεν θα χαθεί το ακαδημαϊκό έτος για κανέναν φοιτητή. 

Ακριβώς, όμως, η ανάγκη αυτής της διαβεβαίωσης αποδεικνύει το μέγεθος του προβλήματος. Φοιτητές και οικογένειες που εμπιστεύθηκαν τις άδειες του ελληνικού κράτους βρίσκονται τώρα αντιμέτωποι με την αβεβαιότητα που προκάλεσε η ίδια η προχειρότητα της αδειοδοτικής διαδικασίας.

Δεν ευθύνονται οι φοιτητές. Δεν ευθύνονται οι οικογένειες που πλήρωσαν δίδακτρα και προχώρησαν σε έναν σοβαρό προγραμματισμό ζωής. Ευθύνεται η πολιτεία που έστησε πρώτα τη βιτρίνα της «μεταρρύθμισης» και άφησε για αργότερα τον έλεγχο των θεμελίων της.

Η Παιδεία δεν μπορεί να λειτουργεί ως επενδυτικό χαρτοφυλάκιο

Η Ελλάδα χρειάζεται ισχυρά, σύγχρονα και εξωστρεφή πανεπιστήμια. Χρειάζεται διαφάνεια, πραγματική αξιολόγηση, ακαδημαϊκή ελευθερία, επαρκή χρηματοδότηση και αυστηρή διασφάλιση της ποιότητας.

Δεν χρειάζεται μια εκπαιδευτική αγορά στην οποία το ύψος του οικογενειακού εισοδήματος θα καθορίζει την πρόσβαση σε περιζήτητους τίτλους σπουδών. Δεν χρειάζεται «πανεπιστήμια» που θα λειτουργούν πρωτίστως με όρους απόδοσης κεφαλαίου. Και ασφαλώς δεν χρειάζεται ένα κράτος που θα συμπεριφέρεται ως μεσάζων ανάμεσα στην κοινωνική ανάγκη για μόρφωση και στα επιχειρηματικά συμφέροντα που επιδιώκουν να κερδοφορήσουν από αυτήν.

Οι αποφάσεις του ΣτΕ δεν έκλεισαν τη συζήτηση. Άνοιξαν τη βιτρίνα και μας επέτρεψαν να δούμε τι υπάρχει πίσω από αυτήν.

Κατά τη δική μου πολιτική εκτίμηση, δεν υπάρχει εκεί ένα ολοκληρωμένο σχέδιο αναβάθμισης της ανώτατης εκπαίδευσης. Υπάρχει η απόφαση της κυβέρνησης να μετατρέψει ακόμη ένα δημόσιο αγαθό σε πεδίο κερδοφορίας.

Ο νόμος Πιερρακάκη δεν αναβάθμισε τα πανεπιστήμια. Άνοιξε μια αγορά εκατομμυρίων, παραδίδοντας ένα σημαντικό τμήμα της Παιδείας σε οικονομικά και επιχειρηματικά συμφέροντα.