ΟΠΕΚΕΠΕ: Το σκάνδαλο δεν ξεπλένεται με μισές αλήθειες και επικοινωνιακές ακροβασίες - του Πασχάλη Θ. Τόσιου
Υπάρχει κάτι βαθιά προκλητικό στον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση επιχειρεί τις τελευταίες ημέρες να διαχειριστεί πολιτικά το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Οι ίδιοι άνθρωποι που επί χρόνια απαξίωναν, στοχοποιούσαν και υπονόμευαν κάθε ελεγκτικό μηχανισμό που άγγιζε το «γαλάζιο» σύστημα επιδοτήσεων, εμφανίζονται τώρα ως υπερασπιστές της νομιμότητας, επικαλούμενοι επιλεκτικά την έκθεση της Παρασκευής Τυχεροπούλου
Υπάρχει κάτι βαθιά προκλητικό στον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση επιχειρεί τις τελευταίες ημέρες να διαχειριστεί πολιτικά το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Οι ίδιοι άνθρωποι που επί χρόνια απαξίωναν, στοχοποιούσαν και υπονόμευαν κάθε ελεγκτικό μηχανισμό που άγγιζε το «γαλάζιο» σύστημα επιδοτήσεων, εμφανίζονται τώρα ως υπερασπιστές της νομιμότητας, επικαλούμενοι επιλεκτικά την έκθεση της Παρασκευής Τυχεροπούλου
Μόνο που η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σκληρή από το κυβερνητικό αφήγημα.
Διότι η έκθεση της έμπειρης ελέγκτριας όχι μόνο δεν «αθωώνει» το σύστημα του ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά αντιθέτως φωτίζει με ακόμη μεγαλύτερη καθαρότητα τον τρόπο με τον οποίο λειτούργησε επί χρόνια ένας μηχανισμός πολιτικών παρεμβάσεων, ελλιπών ελέγχων, αδιαφάνειας και προστασίας ημετέρων.
Και κυρίως αναδεικνύει κάτι εξαιρετικά κρίσιμο: πως το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες περιπτώσεις παράνομων επιδοτήσεων, αλλά αφορά τον ίδιο τον τρόπο λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού.
Η κυβέρνηση προσπαθεί να σταθεί στο γεγονός ότι σε ορισμένες από τις 23 υποθέσεις που εξέτασε η Παρασκευή Τυχεροπούλου «δεν τεκμηριώνεται ζημία». Παραλείπει όμως συνειδητά να πει πως σε μεγάλο μέρος των υποθέσεων η ίδια η ελέγκτρια δηλώνει αδυναμία οριστικής εκτίμησης, επειδή τα στοιχεία που διαβιβάστηκαν από τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τις αρμόδιες υπηρεσίες ήταν ελλιπή, προβληματικά ή ανεπαρκή.
Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται ο πυρήνας του σκανδάλου.
Γιατί όταν μια ευρωπαϊκή εισαγγελική έρευνα σκοντάφτει πάνω σε ελλιπείς φακέλους, ασαφή δεδομένα, αντιφατικές απαντήσεις και υπηρεσίες που δεν παρέχουν τα αναγκαία στοιχεία, τότε δεν μιλάμε για «γραφειοκρατικές αδυναμίες». Μιλάμε για θεσμική αποσύνθεση.
Η ίδια η έκθεση περιγράφει περιπτώσεις όπου ζητήθηκαν επιτόπιοι έλεγχοι και τελικά πραγματοποιήθηκαν τηλεπισκοπικά. Περιγράφει περιπτώσεις στις οποίες τα ΑΦΜ που ελέγχονταν δεν αντιστοιχούσαν καν στις επίμαχες περιοχές. Περιγράφει φακέλους στους οποίους απουσίαζαν βασικά δικαιολογητικά. Περιγράφει υπηρεσίες που όφειλαν να έχουν πραγματοποιήσει κρίσιμες διασταυρώσεις και δεν το έκαναν ποτέ.
Και όλα αυτά σε έναν οργανισμό που διαχειρίζεται δισεκατομμύρια ευρώ ευρωπαϊκών πόρων.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι η έκθεση καταγράφει παρεμβάσεις πολιτικών προσώπων υπέρ συγκεκριμένων δικαιούχων. Παρεμβάσεις που αποτυπώνουν με σχεδόν ωμό τρόπο τη λειτουργία ενός πελατειακού μηχανισμού εξυπηρετήσεων.
Η υπόθεση του βαμβακοπαραγωγού για τον οποίο φέρεται να υπήρξε παρέμβαση του τότε γραμματέα της ΝΔ Κώστα Σκρέκα είναι χαρακτηριστική. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, ο συγκεκριμένος παραγωγός δεν διέθετε επαρκή ποσότητα σπόρου για τις δηλωθείσες ποικιλίες, γεγονός που κανονικά θα οδηγούσε σε απώλεια της ενίσχυσης.
Όμως το πλέον σοκαριστικό στοιχείο είναι άλλο.
Η έρευνα κατέγραψε μεταβολές στην ηλεκτρονική καρτέλα του παραγωγού αφού τα στοιχεία είχαν ήδη αποσταλεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Δηλαδή υπήρξε παρέμβαση στα δεδομένα εκ των υστέρων.
Αντιλαμβάνεται κανείς το μέγεθος της θεσμικής εκτροπής αν αυτό επιβεβαιωθεί πλήρως.
Διότι τότε δεν μιλάμε απλώς για προβληματικούς ελέγχους ή για πολιτικές πιέσεις. Μιλάμε για πιθανή αλλοίωση επίσημων δεδομένων ευρωπαϊκών επιδοτήσεων μετά την αποστολή τους στις αρμόδιες αρχές.
Και εδώ προκύπτουν τεράστια ερωτήματα για τον ρόλο του τεχνικού συστήματος του ΟΠΕΚΕΠΕ, για τη δυνατότητα πρόσβασης και μεταβολής στοιχείων, αλλά και για το ποιοι είχαν τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν στις ηλεκτρονικές καρτέλες των δικαιούχων.
Η κυβέρνηση αποφεύγει συστηματικά να απαντήσει επί της ουσίας.
Όπως αποφεύγει να απαντήσει γιατί, παρά τις συνεχείς προειδοποιήσεις ήδη από το 2023, δεν ελήφθη κανένα ουσιαστικό μέτρο. Τα δημοσιεύματα πλήθαιναν. Οι έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας βρίσκονταν σε εξέλιξη. Η χώρα κινδύνευε με τεράστιες δημοσιονομικές κυρώσεις. Και όμως, το πολιτικό σύστημα της εξουσίας συμπεριφερόταν σαν να μην συμβαίνει τίποτε.
Το αποτέλεσμα είναι σήμερα η Ελλάδα να βρίσκεται αντιμέτωπη με πρόστιμα που προσεγγίζουν το μισό δισεκατομμύριο ευρώ. Πρόστιμα που φυσικά δεν θα πληρώσουν όσοι διαχειρίστηκαν ή εκμεταλλεύτηκαν το σύστημα. Θα τα πληρώσει ξανά η κοινωνία.
Και την ίδια στιγμή, όσοι επιχείρησαν να βάλουν τάξη στον Οργανισμό είτε βρέθηκαν στο περιθώριο είτε απομακρύνθηκαν.
Η περίπτωση της Παρασκευής Τυχεροπούλου είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική απόδειξη του τρόπου λειτουργίας αυτού του μηχανισμού. Η υπάλληλος που συνέβαλε καθοριστικά στο να ξετυλιχθεί το κουβάρι του σκανδάλου, στοχοποιήθηκε, υποβιβάστηκε, υπέστη πειθαρχικές και διοικητικές διώξεις και χρειάστηκε να προσφύγει στα δικαστήρια για να δικαιωθεί.
Το ίδιο συνέβη και με στελέχη που επιχείρησαν να περιορίσουν το πάρτι των επιδοτήσεων και βρέθηκαν σύντομα εκτός συστήματος.
Και όμως, σήμερα η κυβέρνηση επικαλείται αποσπασματικά αυτή ακριβώς την έκθεση, προσπαθώντας να μετατρέψει ένα βαθύ πολιτικό και θεσμικό σκάνδαλο σε επικοινωνιακή άσκηση συμψηφισμού.
Μόνο που υπάρχουν ορισμένα δεδομένα που δεν μπορούν να σβηστούν:
- Οι ευρωπαϊκές αρχές επέβαλαν τεράστια πρόστιμα στη χώρα.
- Οι μηχανισμοί ελέγχου αποδείχθηκαν διάτρητοι.
- Οι συνομιλίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας αποτυπώνουν πολιτικές παρεμβάσεις και εξυπηρετήσεις.
- Οι έλεγχοι χαρακτηρίζονται ελλιπείς ακόμη και μέσα στην ίδια τη δικογραφία.
- Η εκτόξευση των ποσών του εθνικού αποθέματος συνέπεσε με τη γαλάζια διακυβέρνηση.
- Η Κρήτη μετατράπηκε σε χαρακτηριστικό παράδειγμα στρεβλής κατανομής ενισχύσεων, με αριθμούς ζώων που προκαλούσαν ακόμη και θυμηδία.
Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι μια «υπερβολή της αντιπολίτευσης», ούτε μια «άστοχη δικαστική έρευνα», όπως επιδιώκει να παρουσιάσει το Μαξίμου.
Είναι η συμπύκνωση ενός ολόκληρου μοντέλου εξουσίας.
Ένα μοντέλο όπου το κράτος μετατρέπεται σε εργαλείο πελατειακών εξυπηρετήσεων. Όπου οι ελεγκτικοί μηχανισμοί πιέζονται αντί να ενισχύονται. Όπου οι «ημέτεροι» προστατεύονται και όσοι ερευνούν στοχοποιούνται. Όπου η πολιτική ευθύνη εξαφανίζεται πίσω από τεχνικές λεπτομέρειες, ελλιπείς φακέλους και επικοινωνιακές διαρροές.
Και τελικά, ένα μοντέλο όπου ο λογαριασμός καταλήγει πάντα στους πολίτες.
Γιατί πίσω από τις δικογραφίες, τις εκθέσεις και τα πολιτικά παιχνίδια, υπάρχει μια απλή αλήθεια:
Το σκάνδαλο είναι υπαρκτό.
Το σκάνδαλο είναι βαθιά πολιτικό.
Και όσο κι αν επιχειρείται να ξεπλυθεί επικοινωνιακά, παραμένει βαριά εκτεθειμένο πάνω στο ίδιο το σύστημα εξουσίας που το ανέχθηκε, το προστάτευσε και το συντήρησε.